Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Επιφάνιος ο Μέγας, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας Κύπρου
Ένα παιδί δέκα χρόνων από εβραϊκή οικογένεια της Φοινίκης οδηγούσε στην αγορά έναν ατίθασο γάιδαρο, για να τον πουλήσει και να αγοράσει ψωμί στη χήρα μάνα του. Ο ίδιος αυτός μικρός Επιφάνιος έγινε αργότερα Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου και έθεσε τα θεμέλια του σπουδαιότερου αντιαιρετικού έργου της αρχαίας Εκκλησίας. Γεννήθηκε γύρω στα τριακόσια δεκαπέντε σε ένα χωριό κοντά στην Ελευθερόπολη της Παλαιστίνης, με γονείς εβραίους και απλούς γεωργούς. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Επιφάνιος ήταν δέκα ετών, αφήνοντας τη μητέρα με αυτόν και τη μικρότερη αδελφή του Καλλιτρόπεια.
Καθώς πάλευαν με τη φτώχεια, η μάνα τον έστειλε στην αγορά να πουλήσει το ζώο, μα ο γάιδαρος αναποδογύρισε στον δρόμο. Ο Επιφάνιος έπεσε άσχημα και πληγώθηκε βαριά στον γοφό, και τότε εμφανίστηκε ένας χριστιανός ονόματι Κλεόβιος. Ο Κλεόβιος έκανε τρεις φορές τον σταυρό πάνω στο πληγωμένο μέλος, και το παιδί σηκώθηκε εντελώς γερό μπροστά στα μάτια του. Έπειτα ο γάιδαρος έπεσε νεκρός μόλις τον επιτίμησε ο Κλεόβιος, και ο μικρός Επιφάνιος έμεινε άναυδος μπροστά στη δύναμη του Χριστού.
Από εκείνη τη στιγμή κάτι άρχισε να ωριμάζει μέσα στην ψυχή του προς την αλήθεια του Εσταυρωμένου Κυρίου. Η σπίθα ενός θαύματος αρκούσε να τον βγάλει από τη σκιά του Νόμου προς το φως της Χάρης. Λίγο αργότερα ένας πλούσιος εβραίος νομοδιδάσκαλος, ο Τρύφων, υιοθέτησε τον ορφανό και τον μεγάλωσε σαν δικό του παιδί μέσα στο σπίτι του. Ο Επιφάνιος έμαθε με ταχύτητα τα εβραϊκά γράμματα και έγινε αγαπημένος του διδασκάλου, ο οποίος ήθελε να του δώσει την κόρη του γυναίκα.
Όμως η κόρη πέθανε ξαφνικά, και ύστερα από λίγο πέθαναν τόσο ο ίδιος ο Τρύφωνας όσο και η ίδια η μητέρα του νέου. Έτσι ο Επιφάνιος βρέθηκε μοναδικός κληρονόμος μιας πολύ μεγάλης περιουσίας και ανέλαβε ο ίδιος την ανατροφή της αδελφής του Καλλιτρόπειας. Καθώς πήγαινε μια μέρα προς το χωριό του να δει τα κτήματά του, συνάντησε στον δρόμο τον μοναχό Λουκιανό. Εκείνος έγραφε βιβλία και τρεφόταν φτωχικά από τη χειρωνακτική του εργασία, βοηθώντας μάλιστα και τους πτωχούς.
Είδε τον γέροντα να δίνει το ίδιο του το ένδυμα σε έναν πεινασμένο, και αμέσως αντιλήφθηκε γύρω από εκείνον ένα λευκό φωτεινό ένδυμα να τον σκεπάζει υπερφυσικά. Έπεσε τότε στα γόνατα και τον ικέτευσε να τον κάνει χριστιανό μαζί με την αδελφή του χωρίς καμιά αναβολή. Ο Λουκιανός τους κατήχησε νύχτα και ημέρα και τους οδήγησε στον τοπικό επίσκοπο για το άγιο βάπτισμα της σωτηρίας. Όταν μπήκε στον ναό για το μυστήριο, τα δύο σανδάλια του έπεσαν μόνα τους και προχώρησε ξυπόλυτος στην κολυμβήθρα.
Μετά το βάπτισμα ο Επιφάνιος μοίρασε όλη την περιουσία του στους φτωχούς, κρατώντας μόνο τετρακόσια χρυσά νομίσματα για την αγορά θεολογικών βιβλίων. Σε ηλικία είκοσι έξι ετών έγινε μοναχός κάτω από την καθοδήγηση του ασκητικότατου Ιλαρίωνα, ο οποίος ζούσε με μια κουταλιά αλάτι, λίγο νερό και λίγο ψωμί. Σύντομα έλαβε ο ίδιος από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας και εξέπληξε με το πρώτο του θαύμα τα αδέλφια του μοναστηριού. Όταν ξεδιψασμένοι ταξιδιώτες ζήτησαν νερό σε φοβερό καύσωνα, ο Επιφάνιος ευλόγησε ένα δοχείο με κρασί και το μετέβαλε σε δροσερό νερό.
Όταν ήπιαν εκείνοι και πότισαν τα ζώα τους, το νερό έγινε πάλι κρασί και όλοι δόξασαν τον Κύριο. Φεύγοντας από τους επαίνους των αδελφών αποτραβήχτηκε στην έρημο Σπανίδριο, όπου θεράπευσε με τα λόγια του Χριστού έναν μονόφθαλμο ληστή. Σαράντα Σαρακηνοί τον άρπαξαν και τον κράτησαν τρεις μήνες κοντά τους, ώσπου εκείνος να τους κατηχήσει στον φόβο του ζωντανού Θεού. Λίγο αργότερα έδιωξε δαιμόνιο από νέο που είχε δαιμονιστεί επί είκοσι δύο χρόνια, και ο δαίμονας απείλησε ότι θα τον σύρει στην Περσία.
Πράγματι, ο εκβληθείς δαίμονας κυρίεψε την κόρη του Πέρση βασιλιά και άρχισε να φωνάζει το όνομα του αγίου. Στάλθηκαν τότε από την Περσία τριάντα στρατιώτες ντυμένοι ως Ρωμαίοι, για να βρουν τον Επιφάνιο και να τον φέρουν με κάθε θυσία στον βασιλιά τους. Όταν χτύπησαν την πόρτα του ασκητή νύχτα, εκείνος δεν διέκοψε την προσευχή του, και ένας Πέρσης που σήκωσε όπλο πάνω στο κελί παρέλυσε αμέσως ολόκληρος. Με την ευχή του αγίου το χέρι του ξεράθηκε και έπειτα γιατρεύτηκε ολότελα, και έτσι όλοι μαζί με κατάνυξη ικέτευσαν να τους ακολουθήσει για τη βασιλοπούλα.
Ο Επιφάνιος έφτασε στα ανάκτορα της Περσίας και τρεις φορές σταύρωσε την κόρη του βασιλιά και έδιωξε από εκείνη τον δαίμονα μπροστά σε όλους. Όταν ένας περσικός μάγος τον αποκάλεσε συνάδελφο, εκείνος τον επιτίμησε και ο μάγος έχασε στιγμιαία τη φωνή του. Αρνήθηκε όλα τα πλούσια δώρα του βασιλιά και έφαγε μόνο λίγο πιτυρένιο ψωμί, μένοντας δέκα ολόκληρες ημέρες στο παλάτι. Στον δρόμο της επιστροφής συνάντησε νεκροφορία και ανέστησε με την προσευχή του τον νεκρό μπροστά σε εκστατικούς ειδωλολάτρες.
Πίσω στη Φοινίκια έβγαλε με την ευχή του πηγή νερού από τη ξερή γη και έφτιαξε κήπο μικρό για τη συντήρηση της μονής του. Πενήντα μοναχοί συνάχθηκαν τότε γύρω του στο Σπανίδριο, ανάμεσα στους οποίους και ο Αέτιος Κάλλιστος, γιος ρωμαίου επάρχου που είχε ιδεί τον άγιο σε όνειρο. Καθώς ταξίδευε προς την Κύπρο για να συναντήσει τον γέροντα Ιλαρίωνα, μια μεγάλη θύελλα τον έριξε αναγκαστικά στη Σαλαμίνα του νησιού. Εκείνες τις ίδιες ημέρες οι επίσκοποι της Κύπρου συγκεντρώνονταν για την εκλογή νέου Αρχιεπισκόπου, και ο γέροντας Πάππιος είχε δεχθεί άνωθεν αποκάλυψη.
Είδε ο Πάππιος ολόλαμπρο φως μέσα στο κελί του και άκουσε φωνή που του έλεγε να κατέβει στην αγορά για να βρει έναν ξένο μοναχό. Εκεί τον βρήκαν να αγοράζει σταφύλια στην αγορά, ομοιάζοντα στο πρόσωπο με τον προφήτη Ελισαίο, και τον οδήγησαν αμέσως στον ναό. Στον ναό τον χειροτόνησαν Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντίας ολόκληρης της Κύπρου, ενώ ο ίδιος έκλαιγε πικρά και αρνιόταν το βαρύ φορτίο. Από την αρχή της αρχιερωσύνης του δίδαξε τον λαό με την ίδια του τη ζωή και με τον λόγο, ελευθέρωσε φυλακισμένους και πλήρωσε χρέη φτωχών από τα εκκλησιαστικά.
Όταν ο διάκονος Καρίνος τον κατηγόρησε για σπατάλη, ο άγιος προεφήτευσε σε δείπνο τον θάνατό του από τις φωνές ενός κόρακα. Ο Καρίνος πέθανε όντως την επομένη και η Εκκλησία του φοβήθηκε εφεξής με δέος τον αρχιερέα του Χριστού. Ανέστησε τον δεκατριάχρονο Ευστόργιο, γιο του ειδωλολάτρη Συνεσίου, και έπεισε ολόκληρο το σπίτι να δεχθεί το βάπτισμα και τη σωτήρια χάρη του Θεού. Η φήμη του ξεπερνούσε τα Κυπριακά πελάγη και διέσχιζε τα ζητήματα όλης της Εκκλησίας στην Ανατολή και στη Δύση.
Πήγε στα Ιεροσόλυμα και θεράπευσε από τύφλωση τον σκληρόκαρδο επίσκοπο Ιωάννη, αφού είχε μοιράσει στους φτωχούς την ασημικά της επισκοπής. Έγραψε το μέγα έργο «Πανάριον», που ξεσκεπάζει ογδόντα αιρέσεις και σχίσματα, και τη φιλόπονη πραγματεία «Περί μέτρων και σταθμών». Στις διενέξεις της εποχής του είχε αντιπαραθέσεις με τον άγιο Μελέτιο της Αντιόχειας και τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Σε σύνοδο γύρω στα τετρακόσια ένα καταδίκασε τα συγγράμματα του Ωριγένη και ζήτησε αυστηρά την αποδοκιμασία τους.
Ταξίδεψε προς την Κωνσταντινούπολη υποκινημένος από την αυτοκράτειρα Ευδοξία, αλλά εκεί κατάλαβε το λάθος του και έφυγε ξαφνικά. Πάνω στο πλοίο της επιστροφής, αφού είχε προφητεύσει στον Χρυσόστομο ότι δεν θα έβλεπε πια τον θρόνο του και ότι ο ίδιος δεν θα ξανάβλεπε την Κύπρο, αναπαύθηκε. Έφυγε από τον κόσμο στις δώδεκα Μαΐου του τετρακόσια τρία, σε προχωρημένη ηλικία, μετά από έξι σχεδόν δεκαετίες αρχιερωσύνης. Η Εκκλησία τιμά μαζί του και την αδελφή του Καλλιτρόπεια, ως αγία παρθένο, που εργάστηκε σιωπηλά κοντά του. Το Πανάριον και η μορφή του παραμένουν αδιάλειπτα ορόσημα της ορθοδόξου ομολογίας μέσα στους αιώνες της Εκκλησίας.