Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Νεκτάριος Της Όπτινα
Επτά ολόκληρα χρόνια μετά την ταφή του βρέθηκε άφθαρτο το λείψανο του Οσίου Νεκταρίου στον τάφο του στη Ρωσία. Κλέφτες είχαν σκάψει το χώμα ψάχνοντας θησαυρούς, σπάζοντας το κάλυμμα και αποκαλύπτοντας έτσι την αφθαρσία του ιερού του σκηνώματος. Ο Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα, κατά κόσμον Νικόλαος Τύχωνωφ, γεννήθηκε το χίλια οκτακόσια πενήντα τρία στην πόλη Γιελέτς της επαρχίας Οριόλ. Οι γονείς του Βασίλειος και Ελένη ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι, οι οποίοι ανέθρεψαν τα παιδιά τους με αληθινό φόβο Θεού.
Όταν ο μικρός Νικόλαος ήταν επτά ετών, έχασε ξαφνικά τον αγαπημένο του πατέρα από βαριά και απρόσμενη ασθένεια. Λίγο πριν τον θάνατό του, ο πατέρας ευλόγησε τον υιό του με την εικόνα του Αγίου Νικολάου του θαυματουργού. Με αυτόν τον τρόπο εμπιστεύθηκε το παιδί του στην παντοτινή και θερμή κηδεμονία αυτού του μεγάλου Αγίου της Εκκλησίας. Ο μελλοντικός Στάρετς δεν αποχωρίσθηκε ποτέ αυτή την ιερή εικόνα σε όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής του. Τη φύλαγε σαν πολύτιμο φυλακτό και ζητούσε με αυτήν τις πρεσβείες του Αγίου Νικολάου σε κάθε δυσκολία.
Εκτός από τον Νικόλαο, η μητέρα του είχε επίσης άλλα μικρότερα παιδιά, τα οποία πέθαναν πρόωρα από την πείνα και τις ασθένειες. Έτσι η ταπεινή οικογένεια δοκιμαζόταν συνεχώς από οδυνηρές απώλειες και έντονες πνευματικές προκλήσεις της δύσκολης εποχής εκείνης. Ο μικρός Νικόλαος είχε θερμή και πολύ βαθιά καρδιακή σχέση με τη μητέρα του Ελένη, την μοναδική του στήριξη. Οι ολόθερμες προσευχές της μητέρας και η αυστηρή αλλά γεμάτη αγάπη ανατροφή που του έδωσε τον προστάτευαν συνεχώς από κάθε πειρασμό.
Σιγά σιγά μεγάλωσε και έγινε πράος, ήσυχος και ευλαβής, ταυτόχρονα έξυπνος, φιλομαθής και αγαπητός σε όσους τον γνώριζαν. Λόγω της μεγάλης φτώχειας της οικογένειάς του, αναγκάσθηκε να φοιτήσει όχι στο δημόσιο σχολείο, αλλά στο ταπεινό ενοριακό σχολείο του χωριού. Εκεί φοιτούσαν οι άποροι και έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να μετράει και να μελετά τον νόμο του Κυρίου. Όταν έγινε ένδεκα ετών, εργάσθηκε στο κατάστημα του πλούσιου εμπόρου Χάμωφ της Γιελέτς για να συντηρηθεί.
Λίγο αργότερα, ενώ ο Νικόλαος ήταν ακόμη πολύ νέος, η μητέρα του πέθανε ξαφνικά και έμεινε πια παντελώς ορφανός. Έζησε για εννέα ολόκληρα χρόνια στο σπίτι του εμπόρου εργαζόμενος σκληρά και υπακούοντας σε όλες τις εντολές. Στις ελεύθερες ώρες του μελετούσε πνευματικά βιβλία και πήγαινε τακτικά στην εκκλησία του χωριού του για τις ιερές ακολουθίες. Τον διέκρινε η πραότητα, η μετριοφροσύνη και η καθαρότητα της καρδιάς, αρετές που εντυπωσίαζαν όσους τον συναντούσαν.
Έτσι ωρίμαζε σιγά σιγά και ετοιμαζόταν αθόρυβα για το μεγάλο πνευματικό έργο που τον περίμενε στη μονή. Εκείνο τον καιρό ζούσε στη Γιελέτς μία σχεδόν εκατοντάχρονη μοναχή, η μάτιουσκα Θεοδώρα, πνευματική θυγατέρα του Οσίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ. Οι ευσεβείς κάτοικοι της Γιελέτς είχαν την ευλαβή συνήθεια να τη συμβουλεύονται σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις της ζωής τους. Ο εργοδότης Χάμωφ, ο οποίος πληροφορήθηκε ότι ετοίμαζαν προξενιό για τον Νικόλαο, τον έστειλε να πάρει ευλογία για τον γάμο.
Η ηλικιωμένη γερόντισσα του είπε «Παιδί μου, πήγαινε στην Όπτινα στον Στάρετς Ιλαρίωνα και αυτός θα σου πει τι θα κάνεις». Έτσι ο Νικόλαος πήρε τον δρόμο για την Όπτινα, που βρισκόταν σχετικά κοντά στη γενέτειρά του και ήταν ξακουστή. Ο Στάρετς Ιλαρίων τον δέχθηκε ευγενικά και του συνέστησε αμέσως να επισκεφθεί τον μεγάλο Στάρετς Αμβρόσιο της μονής. Ο Γέροντας Αμβρόσιος τον δέχθηκε με αγάπη και μίλησε μαζί του για δύο ολόκληρες ώρες σε ψυχωφελή συνομιλία.
Μετά από αυτή τη συνομιλία η ζωή του Νικολάου άλλαξε ξαφνικά και ολοκληρωτικά, ανατρέποντας όλους τους προηγούμενους σχεδιασμούς του. Κατ' οικονομίαν Θεού ο νέος ανακάλυψε την πραγματική κλίση της ψυχής του προς τον μοναχικό βίο. Έτσι έγινε δόκιμος μοναχός στην Όπτινα και άρχισε να ζει την αυστηρή ζωή της μοναστικής κοινότητας με μεγάλη χαρά. Στις τρεις Απριλίου του χίλια οκτακόσια εβδομήντα έξι εκάρη ρασοφόρος μοναχός με τη συνηθισμένη ιερή τάξη.
Έντεκα ολόκληρα χρόνια αργότερα, στις δεκατέσσερις Μαρτίου του χίλια οκτακόσια ογδόντα επτά, ημέρα της Τετάρτης Κυριακής των Νηστειών, εκάρη μικρόσχημος. Έλαβε τότε το όνομα Νεκτάριος προς τιμήν του Οσίου Νεκταρίου της Λαύρας του Κιέβου, ο οποίος τιμάται στις είκοσι εννέα Νοεμβρίου. Η είσοδός του στο αγγελικό τάγμα των μοναχών του έφερε ανείπωτη χαρά, την οποία θυμόταν έντονα ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία. Έλεγε ο Όσιος αργότερα: «Επί ένα ολόκληρο χρόνο ένοιωθα σαν να είχα φτερά στους ώμους μου από τη χαρά μου».
Όσο περισσότερο ανέβαινε την πνευματική κλίμακα, τόσο κατώτερο από ταπεινοφροσύνη θεωρούσε τον εαυτό του στα μάτια του Θεού. Τόσο περισσότερο αισθανόταν την αναξιότητά του ενώπιον του Κυρίου και των ευεργεσιών που εδωρείτο σε αυτόν. Οι Γέροντες, οι οποίοι έβλεπαν την πνευματική του προκοπή, αποφάσισαν τη χειροτονία του σε διάκονο και έπειτα σε πρεσβύτερο. Στις δεκαεννέα Ιανουαρίου του χίλια οκτακόσια ενενήντα τέσσερα τον χειροτόνησε σε διάκονο ο Επίσκοπος Ανατόλιος της περιοχής.
Έπειτα στις είκοσι μία Οκτωβρίου του χίλια οκτακόσια ενενήντα οκτώ τον χειροτόνησε σε πρεσβύτερο ο Επίσκοπος Καλούγκα Μακάριος. Από εκεί και πέρα ο Όσιος ξεκίνησε ένα νέο και ευθυνότερο στάδιο της λειτουργικής και ποιμαντικής διακονίας του. Άκουγε τις εξομολογήσεις, τελούσε τις ακολουθίες και έδινε πνευματικές συμβουλές στους δοκιμαζόμενους πιστούς της ευρύτερης περιοχής της Όπτινα. Ο Όσιος Νεκτάριος δίδασκε στα πνευματικά του παιδιά την ταπείνωση και την υπομονή, περισσότερο από όλες τις άλλες χριστιανικές αρετές.
Για την κάθαρση της ψυχής δίδασκε πως αυτή επιτυγχάνεται με την ταπεινή και κατανυκτική προσευχή προς τον φιλάνθρωπο Θεό. Συνιστούσε στα παιδιά του να λένε «Πατέρα μου και Κύριε της ψυχής μου, ελέησόν με» με βαθιά συντριβή. Δίδασκε σε όλους την νοερά προσευχή και ιδιαίτερα την μονολόγιστη ευχή του Ιησού Χριστού ως κύριο όπλο πνευματικού αγώνα. Όταν πλησίαζε η σοβιετική λαίλαπα, τόνιζε «σε αυτές τις έσχατες ημέρες είναι καιρός για συνεχή και αδιάλειπτη προσευχή».
Έλεγε ακόμη: «Στην αρχή με τα χείλη, μετά με τον νου και ύστερα η ευχή θα εισχωρήσει μέσα στην καρδιά σας». Την Κυριακή των Βαΐων του χίλια εννιακόσια είκοσι τρία η Όπτινα έκλεισε οριστικά μετά τη σοβιετική επικράτηση. Ο Όσιος Νεκτάριος συνελήφθη και φυλακίσθηκε αρχικά στο αρτοποιείο της μονής, το οποίο μετατράπηκε σε φυλακή. Λίγες ημέρες αργότερα οδηγήθηκε στη φυλακή του Κοζέλσκ και καταδικάστηκε χωρίς δίκη σε θάνατο δια τουφεκισμού. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες απελευθερώθηκε στις δεκαεπτά Απριλίου και εξορίστηκε στο χωριό Χόλμισι της επαρχίας Μπριάνσκ της Ρωσίας. Ο Όσιος εκοιμήθη μετά από ασθένεια το χίλια εννιακόσια είκοσι οκτώ και τα ιερά λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα. Με τις πρεσβείες του Οσίου Νεκταρίου της Όπτινα, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.