▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Με ωμοφόριο κατατεθειμένο επάνω στην Αγία Τράπεζα, ο Άγιος Γερμανός παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο, αρνούμενος να υπακούσει στα εικονομαχικά διατάγματα. Το γενναίο αυτό βήμα του ομολογίας έγινε απέναντι στον αυτοκράτορα Λέοντα τον Ίσαυρο, ο οποίος είχε εξαπολύσει διωγμό κατά των αγίων εικόνων. Ο Άγιος Γερμανός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος εξακόσια σαράντα μετά Χριστόν σε αρχοντική ευσεβή οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν ο πατρίκιος Ιουστινιανός, ο οποίος τον ανέθρεψε με μεγάλη ευσέβεια και χριστιανική αγωγή.
Από νεαρή ηλικία ο Γερμανός έδειχνε ξεχωριστή αγάπη προς τη μελέτη των ιερών Γραφών και τις πατερικές διδασκαλίες. Είκοσι χρονών έμεινε ορφανός από πατέρα μέσα σε τραγικές πολιτικές συνθήκες της αυτοκρατορικής αυλής της εποχής. Τον σκότωσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος, ο οποίος βασίλευσε από το εξακόσια εξήντα οκτώ μέχρι το εξακόσια ογδόντα πέντε. Ο Πωγωνάτος συμπεριέλαβε τον πατέρα του Γερμανού μεταξύ αυτών που είχαν σκοτώσει τον δικό του πατέρα Κώνσταντα.
Με αυτή τη δικαιολογία τον εξετέλεσε και έπληξε βαριά την αρχοντική οικογένεια των Ιουστινιανών της πρωτεύουσας. Τον ίδιο τον νεαρό Γερμανό, αντί να τον σκοτώσει, τον ευνούχισε και τον υποχρέωσε να ενταχθεί στον κλήρο. Έτσι αφαιρέθηκε από τον νεαρό η δυνατότητα να ασκήσει πολιτικά καθήκοντα ή να αποκτήσει βασιλικούς διαδόχους. Ο Γερμανός όμως δέχθηκε αυτή την εξουθενωτική μεταχείριση ως οικονομία Θεού και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην Εκκλησία. Αναδείχθηκε σύντομα φημισμένος για την αρετή, τη μόρφωση και την αγιότητα της ζωής του σε όλη την πόλη της Κωνσταντινουπόλεως.
Στη μελέτη των πατερικών συγγραμμάτων και της Αγίας Γραφής διέπρεψε εξαιρετικά μέσα στους κύκλους των μορφωμένων κληρικών. Τα ποιμαντικά και διοικητικά του χαρίσματα έγιναν αντιληπτά από τους αρμοδίους και ξεχώρισε ανάμεσα στον τοπικό κλήρο. Σε ηλικία τριάντα επτά ετών εκλέχθηκε μητροπολίτης Κυζίκου της Μικράς Ασίας με κοινή απόφαση του κλήρου και του λαού. Στην επαρχία του Κυζίκου ο Γερμανός εργάστηκε με ζήλο για την κατήχηση των πιστών και την οικοδομή των ναών.
Στερέωσε τους χριστιανούς της επαρχίας του στην ορθόδοξη πίστη και τους προστάτευσε από τις ποικίλες αιρετικές πλάνες της εποχής. Δίδασκε επίσης τους ιερείς και τους διακόνους στη σωστή τέλεση της Θείας Λειτουργίας και των άλλων ακολουθιών. Όταν αργότερα χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως, οι αρχές αναζήτησαν άξιο διάδοχο για την πρώτη επισκοπή του Βυζαντίου. Με τη γνώμη του βασιλιά Αναστασίου και την ψήφο της συγκλήτου, του κλήρου και του λαού, εκλέχθηκε ο Γερμανός.
Ανέβηκε στον οικουμενικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως το έτος επτακόσια δεκαπέντε ως νέος Πατριάρχης πασών των Ορθοδόξων. Ανέλαβε λοιπόν με υπακοή και ταπείνωση το βαρύτατο φορτίο του πατριαρχικού αξιώματος της Μεγάλης Εκκλησίας του Χριστού. Από τη νέα αυτή υψηλή θέση ο Άγιος Γερμανός αφιέρωσε όλες τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις του στο ποίμνιο. Δίδασκε και νουθετούσε με τα συνεχή κηρύγματά του τον λαό της Κωνσταντινουπόλεως, οδηγώντας πολλούς στη μετάνοια.
Τα κηρύγματά του ήταν πύρινα και αποπνέουν θεολογική σοφία, ενώ ο πατέρας Πατριάρχης ζούσε όσα δίδασκε στους πιστούς. Στη διάρκεια της πατριαρχίας του συνέβη μια σπουδαία θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως από βαρβαρική επιδρομή το έτος επτακόσια δεκαοκτώ. Σε εκείνη την επικίνδυνη στιγμή της πολιορκίας ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης συμπλήρωσε τον περίφημο Ακάθιστο Ύμνο. Η συμπλήρωση αυτή έγινε για να αποδοθούν ευχαριστίες στην προστάτιδα της πόλεως, την υπεραγία Θεοτόκο, για τη θαυμαστή προστασία.
Στη συνέχεια όμως ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων ο Ίσαυρος εξαπέλυσε τη μεγάλη διαμάχη κατά των αγίων εικόνων. Διέταξε επανειλημμένα τον Πατριάρχη Γερμανό να συμμορφωθεί με τα ασεβή εικονομαχικά διατάγματά του και να αρνηθεί τις εικόνες. Ο Άγιος Γερμανός όχι μόνο δεν υπάκουσε στα ασεβή αυτοκρατορικά διατάγματα, αλλά παρότρυνε επίσης τον λαό σε αντίσταση. Στήριζε τους πιστούς στην προσκύνηση των αγίων εικόνων ως τίμιες παραδόσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού.
Όταν η πίεση του αυτοκράτορα έγινε αφόρητη, ο Άγιος αναγκάστηκε τελικά να παραιτηθεί από τον πατριαρχικό θρόνο. Κατέθεσε με δάκρυα το ωμοφόριό του επάνω στην Αγία Τράπεζα και αποχώρησε από τη Μεγάλη Εκκλησία. Αποσύρθηκε στο πατρικό του κτήμα, το Πλατάνια, μακριά από τους θορύβους της πολιτικής και τον θόρυβο της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί συνέχισε να ζει με αδιάλειπτη προσευχή, νηστεία και συγγραφή θεολογικών έργων προς υπεράσπιση της αληθούς ορθοδοξίας.
Δεν έπαψε ποτέ να δίδει το παράδειγμα της σταθερής ομολογίας και να ενισχύει τους εξορισμένους ορθοδόξους πιστούς. Μετά από σύντομη ασθένεια εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία εκατό ετών στις δώδεκα Μαΐου του έτους επτακόσια σαράντα. Η ταφή του έγινε με τις πρέπουσες τιμές στη φημισμένη βυζαντινή Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη. Αν και αρχικά καθαιρέθηκε και αναθεματίστηκε από τη ψευδοσύνοδο της Ιερείας το έτος επτακόσια πενήντα τέσσερα. Στη συνέχεια όμως δικαιώθηκε και εξυμνήθηκε από την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το έτος επτακόσια ογδόντα επτά.
Αυτή η Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τους εικονομάχους και αναστήλωσε επίσημα τις ιερές εικόνες στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι η μνήμη του Αγίου Γερμανού αποκαταστάθηκε ως ομολογητής της ορθοδόξου πίστεως και υπερασπιστής των αγίων εικόνων. Ο Άγιος έγινε φωτεινό αστέρι για τους μετέπειτα ορθοδόξους ιεράρχες και έμπνευση για τους αγωνιστές της ευσεβείας. Στο Συναξάρι αναφέρεται «Χαίρων αφείς γην Γερμανός και γης θρόνον, Γης Δημιουργού τον θρόνον χαίρει βλέπων».
Δηλαδή, αφήνοντας με χαρά τον επίγειο πατριαρχικό θρόνο, χαίρεται τώρα να βλέπει τον θρόνο του Δημιουργού του παντός. Ο Άγιος Γερμανός κατέλιπε αξιόλογο υμνογραφικό και συγγραφικό έργο, δυστυχώς όμως τα περισσότερα έργα του κατακάηκαν. Με διαταγή του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντος του Ισαύρου ρίχτηκαν στις πυρές πολλά αξιόλογα συγγράμματά του της εποχής. Περισώθηκαν όμως ευτυχώς από τους ύμνους του Αγίου εκατόν τέσσερα Στιχηρά και είκοσι δύο πατερικοί Κανόνες.
Από τα θεολογικά συγγράμματά του διασώθηκε το έργο «Περί αιρέσεων και Συνόδων», ένα σπουδαίο εκκλησιαστικό κείμενο. Διασώθηκαν επίσης τρεις δογματικές επιστολές του Αγίου εναντίον των εικονομάχων, οι οποίες απευθύνονταν προς τοπικούς επισκόπους της Μικράς Ασίας. Η πρώτη είναι προς Ιωάννην επίσκοπον Συνάδων και η δεύτερη προς Κωνσταντίνο επίσκοπο Νακαλείας της Μικράς Ασίας. Η τρίτη είναι προς Θωμάν επίσκοπον Κλαυδιουπόλεως, υπεραμυνόμενος με θεολογικά επιχειρήματα την προσκύνηση των αγίων εικόνων.
Επίσης διασώθηκαν συνολικά Οκτώ Λόγοι του Αγίου Γερμανού σε διάφορες δεσποτικές και θεομητορικές εορτές της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δύο από αυτούς τους Λόγους ανήκουν στην προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού κατά την ημέρα της Σταυροπροσκυνήσεως και στο Μέγα Σάββατο. Δύο άλλοι Λόγοι αφορούν τα Εισόδια της Θεοτόκου και τρεις την Κοίμηση της υπεραγίας Δεσποίνης μας. Ένας ακόμη Λόγος αφορά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και υπάρχει ομιλία στα εγκαίνια ναού της Θεοτόκου.
Διασώθηκε επίσης σπουδαία ομιλία του Αγίου σχετικά με τα άγια σπάργανα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Η Σύναξη του Αγίου Γερμανού ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως κάθε χρόνο με μεγάλη λαμπρότητα. Στους χρόνους της εικονομαχίας ο Άγιος Γερμανός αναδείχθηκε λαμπρός υπερασπιστής της ορθοδόξου διδασκαλίας περί των αγίων εικόνων του Χριστού. Στις θεολογικές του επιστολές απέδειξε με σαφήνεια ότι η προσκύνηση των εικόνων δεν αποτελεί ειδωλολατρία ή νεωτερισμό.
Διδάσκει ότι η τιμή προς την εικόνα διαβαίνει στον εικονιζόμενο, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου. Ξεχώρισε επίσης ως ομιλητής με βαθιά θεολογική και ποιητική φλέβα στους περιστατικούς λόγους του στις δεσποτικές εορτές. Οι ομιλίες του στα Εισόδια και την Κοίμηση της Θεοτόκου διαμόρφωσαν θεολογικά τη μετέπειτα μαριολογία της Εκκλησίας. Στους ύμνους του εμπνεύστηκε από τη μεγάλη παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας και κληροδότησε στην εκκλησιαστική ποίηση πολύτιμα έργα.
Πολλοί μεταγενέστεροι ιεράρχες και θεολόγοι μελέτησαν τα έργα του και βασίστηκαν σε αυτά για την ορθόδοξη υμνογραφία. Με την οσιακή του κοίμηση μετέστη στους ουρανούς και έγινε πρεσβευτής της Εκκλησίας ενώπιον του φιλανθρώπου Κυρίου. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις δώδεκα Μαΐου με ιδιαίτερη λαμπρότητα και ακολουθίες προς τιμήν του. Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως διατηρεί ζωντανή την παράδοση της σύναξής του στη Μεγάλη Εκκλησία επί αιώνες.
Πιστοί επικαλούνται μέχρι τις ημέρες μας τις πρεσβείες του ομολογητού πατριάρχου σε δύσκολες ώρες και βαρείς πειρασμούς. Με τις πρεσβείες του Αγίου Γερμανού πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.