▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Ιερώνυμος Ο Σιμωνοπετρίτης
Ο μικρός Ιωάννης πέρασε σαράντα ολόκληρες ημέρες μέσα σε ναό του Αγίου Δημητρίου, με νηστεία και προσευχή, και θεραπεύτηκε θαυματουργικά. Δύο φορές ο Άγιος Δημήτριος τον γιάτρεψε, μία από φοβερούς πόνους στα πόδια και μία από ανεμοβλογιά. Ο Όσιος Ιερώνυμος γεννήθηκε στο χωριό Ρεΐζ Δερέ της επαρχίας Κρήνης Μικράς Ασίας, το χίλια οκτακόσια εβδομήντα ένα. Οι γονείς του Νικόλαος Διακογιώργης και Μαρία ήταν φτωχοί αλλά πολύ ευσεβείς χριστιανοί από την Κρήτη.
Στη βάπτισή του έλαβε το όνομα Ιωάννης και από νωρίς ξεχώρισε για την ευλάβεια και την οξύνοιά του. Ήταν τόσο καλός μαθητής, ώστε ο δάσκαλός του τον έστειλε να διδάξει σε κοντινή κωμόπολη μετά το Δημοτικό. Η εκκλησία του χωριού έγινε κέντρο της παιδικής του ζωής, εκεί έβρισκε την παρηγοριά της ψυχής του. Αγαπούσε τις ιερές ακολουθίες, βοηθούσε τους ψάλτες στο ψαλτήρι και τους ιερείς στο άγιο βήμα. Από μικρός φάνηκε μεγάλος για την ηλικία του στη σιωπή, τη σοβαρότητα και τη βαθιά ευλάβεια.
Η μητέρα του τον έμαθε να νηστεύει, να προσεύχεται και να αγαπά πρώτα από όλα τον αληθινό Θεό. Στα επτά του χρόνια ήξερε ήδη όλους τους Χαιρετισμούς της Παναγίας απ' έξω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γέροντα. Σε ηλικία δώδεκα ετών πήγε στη Χίο, στον περίφημο διακριτικό Γέροντα Άγιο Παρθένιο, μαζί με άλλους τρεις νέους. Ο Άγιος τον υποδέχθηκε με τα ονόματά τους, αν και δεν τους είχε δει ποτέ ξανά στη ζωή του. Στον Ιωάννη ο Άγιος Παρθένιος προφήτευσε με χαρά τη μέλλουσα μοναχική του τελείωση και την κλήση του Θεού.
Πήρε την πατρική ευλογία και ξεκίνησε για το Άγιον Όρος του Άθω, για να εκπληρώσει τον θεοφιλή σκοπό του. Ο πατέρας του ευχήθηκε αυστηρά «να πας και να μη ξανάρθεις» στον δρόμο της επιστροφής. Ο μικρός Ιωάννης έφτασε στις τρεις Οκτωβρίου του χίλια οκτακόσια ογδόντα οκτώ στη μονή της Σιμωνόπετρας. Στις είκοσι οκτώ Οκτωβρίου εγγράφηκε στο δοκιμολόγιο και υπακούει ευλαβικά στις διακονίες που του αναθέτουν. Ο καθηγούμενος Νεόφυτος τον δέχθηκε με χαρά και τον τοποθέτησε ως δόκιμο στις διακονίες της μονής.
Ο νεαρός Ιωάννης ζούσε εκεί ταπεινά και προσπαθούσε να μιμηθεί τις αρετές των αρχαίων αγίων του Όρους. Άρχισε ζωή γεμάτη από τη μνήμη του Θεού, με καθημερινές πολύωρες ακολουθίες και συχνές αγρυπνίες της μονής. Διακόνησε αρχικά ως κονακτζής στο αντιπροσωπείο της μονής στις Καρυές και αργότερα στο λιμάνι της Δάφνης. Στα μετόχια της Λήμνου υπηρέτησε ως κελλάρης για λίγους μήνες και έδειξε υπακοή σε όλους τους αδελφούς της μονής. Μετά από τεσσερεισήμισι χρόνια δοκιμασίας, την Κυριακή των Βαΐων του χίλια οκτακόσια ενενήντα τρία, κάρηκε μεγαλόσχημος μοναχός.
Έλαβε τότε το όνομα Ιερώνυμος και τιμούσε ιδιαίτερα τον Άγιο και προστάτη του στις δεκαπέντε Ιουνίου. Μετά την κουρά του ξεκίνησε νέους μεγαλύτερους πνευματικούς αγώνες ασκήσεως, μελέτης και αδιάλειπτης προσευχής στην έρημο. Έκαψε περισσότερο πετρέλαιο στις αναγνώσεις παρά νερό που ήπιε στη μακρά ζωή του στο Άγιο Όρος. Ήταν πάντα σιωπηλός, εξαιτίας της εσωτερικής νήψεως που είχε, και άνθιζε στην προσευχή προς τον Σωτήρα Χριστό. Πολλές φορές, όταν ήταν μόνος, τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του σαν ποτάμι ευλάβειας.
Ποτέ δεν πλησίασε στη φωτιά για να ζεσταθεί, αν και έκανε πολύ κρύο στα κελιά της μονής. Δεν έδωσε ανάπαυση στο σώμα του και κοιμόταν λίγο καθιστός σε καρέκλα όλη τη ζωή του. Έγινε γραμματέας της μονής Σιμωνόπετρας, ένα διακόνημα το οποίο διατήρησε ακόμα και ως ηγούμενος αργότερα. Στη συνέχεια του ανέθεσαν το δύσκολο έργο του αντιπροσώπου για όλες τις εξωτερικές υποθέσεις του μοναστηριού. Ταξίδευε τακτικά εκτός Αγίου Όρους και ανταποκρινόταν με παραδειγματική υπακοή σε κάθε απαιτητική αποστολή της μονής.
Δεν έχανε ούτε για μία στιγμή την αίσθηση της μοναχικής του κλήσεως ή την ανάγκη της εσωτερικής επικοινωνίας. Ακόμα και στις δύσκολες ώρες κρατούσε γαλήνη και αδιάκοπη προσευχή ενώπιον του Θεού της δόξης. Ο Άγιος Δημήτριος τον γιάτρεψε πολλές φορές στις παιδικές του ασθένειες και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος τον θεράπευσε από κήλη. Στις είκοσι έξι Σεπτεμβρίου του χίλια οκτακόσια ενενήντα επτά, την ώρα της αγρυπνίας, ένιωσε την κήλη να εξαφανίζεται.
Είχε προσευχηθεί στον Άγιο και μετά μπήκε στο στασίδι και άρχισε να ψάλλει το Κύριε εκέκραξα. Από εκείνη τη στιγμή θεραπεύτηκε εντελώς και ομολογούσε δημόσια τη θαυματουργική χάρη του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Ο Άγιος τον επισκέφθηκε σε άλλη αγρυπνία και τον απάλλαξε από τους έντονους ακάθαρτους λογισμούς. Συνδέθηκε επίσης με προσωπική φιλία με τους Αγίους Νεκτάριο, Σάββα τον Νέο της Καλύμνου και Νικόλαο Πλανά. Είχε επίσης χάρισμα από τον Θεό να ψάλλει και να συνθέτει εκκλησιαστικούς ύμνους με ποιητικό λόγο.
Έγραψε οκτώ κανόνες κατ' ήχον του Οσίου Σίμωνος του Μυροβλήτου, για να αναπληρώσει αυτούς που κάηκαν στην πυρκαγιά. Συνέθεσε επίσης ωραίο παρακλητικό κανόνα στους Αγίους Σίμωνα τον Μυροβλήτη και Μαρία τη Μαγδαληνή της μονής. Έγραψε επιπλέον και μελοποίησε την ακολουθία του Οσίου Εφραίμ του Σύρου με βαθιά θεολογική γνώση. Συνέθεσε ακόμα ακολουθίες των Αγίων Νεοφύτου και Ιωαννικίου, του Αγίου Σωφρονίου και των ενενήντα εννέα Οσίων της Κρήτης. Στους χαιρετισμούς προς τους Αγίους Μηνά και Βίκτωρα φανερώνεται η ποιητική του χάρη και η θεολογική του ευρυμάθεια.
Στο μοναστήρι ο πατέρας Ιερώνυμος εκλέχθηκε αργότερα ηγούμενος μετά από πολλά χρόνια αφοσίωσης και διακονίας. Διοίκησε τη μονή με αγάπη, διάκριση και θεοσέβεια και στήριζε τους αδελφούς στην πνευματική τους ζωή. Στα δύσκολα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής στήριξε πολλούς πρόσφυγες και αδικούμενους χριστιανούς της εποχής εκείνης. Σε διάφορα ταξίδια του εκτός Αγίου Όρους γνώρισε ευσεβείς ανθρώπους και τους ποίμανε με πατρική αγάπη και προσοχή.
Στην Αθήνα, στο μετόχι της Αναλήψεως, ασκήθηκε για ένα εξάμηνο ως παροικονόμος γύρω στο χίλια εννιακόσια δέκα. Με επιστολές του απέτρεψε τη μονή να πωλήσει το μετόχι, και οι προβλέψεις του επαληθεύτηκαν σύντομα. Διασώθηκε επίσης από ναυάγιο το χίλια εννιακόσια έντεκα και απέδωσε τη σωτηρία του στη θεία πρόνοια. Έγραψε χαιρετισμούς προς τους Αγίους Μηνά, Βίκτωρα και άλλους αγίους που τιμούσε στις παρακλητικές του συνθέσεις. Στο τέλος της ζωής του γνώρισε προσωπικά τον ασκητικότατο Όσιο Παρθένιο της Χίου, που του είχε προφητεύσει στα νεαρά του χρόνια.
Έγινε φωτεινός φάρος για όλον τον μοναστικό κόσμο της Σιμωνόπετρας και πέρα από τα όρια του Αγίου Όρους. Με τις πατρικές νουθεσίες και τα κηρύγματά του στήριξε χιλιάδες πιστούς και αδελφούς της εποχής. Πολλοί νέοι μοναχοί άκουγαν τα διδάγματά του και βάδιζαν στον δρόμο της αληθούς ορθόδοξης μοναχικής τάξεως. Η ταπείνωσή του ήταν τέτοια, ώστε ποτέ δεν θεωρούσε καμία διακονία ταπεινωτική και γι' αυτό ο Θεός τον ύψωσε. Ποτέ δεν έφαγε τίποτε έξω από την κοινοβιακή τράπεζα και ποτέ δεν έλειψε από την καθημερινή ακολουθία.
Συνήθιζε να βάζει ανάγνωση στην τράπεζα και να τρώει κρυφά για να μην τραβά την προσοχή των άλλων αδελφών. Όταν επέστρεφε από τον κόσμο, έκανε πολλές ημέρες να φάει λάδι, για να αναπληρώσει κάποια πιθανή κατάλυση. Οι άγνωστοι και κρυφοί πνευματικοί του αγώνες ήταν αμέτρητοι και ποτέ δεν τους έκανε γνωστούς στους αδελφούς. Οι αδελφοί τον σέβονταν τόσο, ώστε πολλοί ντρέπονταν να καθίσουν κοντά του εξαιτίας της λάμψης του προσώπου του. Ένας Γέροντας έλεγε ότι πήγαινε στα πίσω στασίδια, για να μη βλέπει τη μορφή του Ιερωνύμου.
Όταν ο Όσιος ένιωσε ότι πλησίαζε το τέλος της επίγειας ζωής του, παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο. Αναπαύθηκε εν ειρήνη μετά από μακρά μοναχική πολιτεία, γεμάτη υπακοή, ταπείνωση και αδιάκοπη προσευχή στον Σωτήρα Χριστό. Άφησε στη μονή της Σιμωνόπετρας πλούσια πνευματική παρακαταθήκη και πολυάριθμα υμνογραφικά έργα προς όφελος της Εκκλησίας. Με τις πρεσβείες του οσίου Ιερωνύμου του Σιμωνοπετρίτη, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.