▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Εφραίμ ο Μεγαλομάρτυρας της Νέας Μάκρης
Σε μια μουριά στο όρος των Αμώμων ένας πιστός ιερομόναχος κρεμάστηκε ανάποδα και μαρτύρησε φρικτά από βάρβαρους Τούρκους εισβολείς. Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια αργότερα τα ίδια λείψανα και το ευλογημένο όνομά του φανερώθηκαν θαυμαστά σε μια απλή μοναχή που έσκαβε. Ο Άγιος Εφραίμ, κατά κόσμο Κωνσταντίνος Μόρφης, γεννήθηκε στην ειδυλλιακή πόλη των Τρικάλων κοντά στον Ληθαίο ποταμό, στις δεκατέσσερις Σεπτεμβρίου του χίλια τριακόσια ογδόντα τέσσερα. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε πολύ μικρή ηλικία μαζί με άλλα εφτά αδέλφια, και τη φροντίδα όλων ανέλαβε με κόπο η ευσεβής μητέρα του.
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, για να αποφύγει τον εξισλαμισμό και τη βίαιη στρατολόγηση στα γενιτσαρικά σώματα, εγκατέλειψε τη γενέτειρά του και αναζήτησε μακρινό καταφύγιο. Έφτασε με τη βοήθεια του Θεού στην ακμάζουσα τότε σταυροπηγιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία δέσποζε ψηλά στο όρος των Αμώμων. Το όρος αυτό βρισκόταν κοντά στη Νέα Μάκρη της Αττικής, στις βορειοανατολικές υπώρειες του ψηλού Πεντελικού, σε τόπο ήσυχο και απομονωμένο.
Η μονή ήταν αφιερωμένη κυρίως στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και ταυτόχρονα τιμούσε ιδιαίτερα τη μνήμη της Αγίας μάρτυρος Παρασκευής. Εκεί ο νεαρός Κωνσταντίνος έβαλε με χαρά μεγάλη στους ώμους του τον σταυρό του Χριστού και άρχισε ταπεινά τη μοναχική του πορεία. Στη μονή του Ευαγγελισμού ο νέος μοναχός βρήκε με την πρώτη ματιά αυτό ακριβώς που ζητούσε με όλη την ψυχή του. Έλαβε εκεί το νέο όνομα Εφραίμ από τον γέροντά του και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη μοναχική άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή.
Για είκοσι επτά συνεχόμενα χρόνια μιμήθηκε με ζήλο πολύ τη ζωή των μεγάλων ασκητών και Πατέρων της ερήμου. Ακολούθησε τον Χριστό με ένθεο πόθο και έστρεψε αποφασιστικά τα νώτα του στις ματαιότητες αυτού του πρόσκαιρου και απατηλού κόσμου. Με τη χάρη του Θεού καθαρίστηκε από τα ψυχοφθόρα πάθη και έγινε σταδιακά καθαρό και άξιο δοχείο του Παναγίου Πνεύματος. Η ασκητική του πορεία τον ανέδειξε λαμπρό υπόδειγμα μέσα στην αδελφότητα και πρότυπο γνήσιας πνευματικής ζωής για όλους τους νέους μοναχούς.
Αξιώθηκε σε κάποια στιγμή να λάβει το μέγα μυστήριο της ιεροσύνης και να υπηρετεί στο άγιο θυσιαστήριο του Κυρίου του. Όταν λειτουργούσε, στεκόταν με φόβο Θεού και πολλή κατάνυξη, σαν άγγελος Θεού μπροστά στον φοβερό θρόνο της δόξης. Η ζωή του διέπρεψε με τη λαμπρότητα της προσευχής και τους πόνους της σκληρής ασκήσεως, εκεί ψηλά στο όρος των Αμώμων. Συχνά αποσυρόταν μόνος σε μια απομακρυσμένη σπηλιά πάνω στο βουνό, μακριά από όλα, για να συνομιλεί μυστικά με τον Νυμφίο Χριστό.
Τότε όμως το ορθόδοξο βυζαντινό κράτος κατέρρεε ραγδαία και οι σκληρές μέρες της Τουρκοκρατίας απλώνονταν ασταμάτητα παντού στην ταλαίπωρη Ελλάδα. Το χίλια τετρακόσια δεκαέξι οι Τούρκοι εισέβαλαν με δύναμη στην Αττική και λεηλάτησαν αλύπητα ολόκληρη την περιοχή της. Ανάγκασαν τότε με βία τον Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή στον Σουλτάνο, και η σκιά της κατοχής έπεσε βαριά παντού. Οι χριστιανοί υπέφεραν πολλά εκείνα τα χρόνια, αλλά οι μοναχοί στις απόμακρες μονές συνέχιζαν να προσεύχονται για τη σωτηρία τους.
Το χίλια τετρακόσια είκοσι τέσσερα μια νέα ορδή Τούρκων εισέβαλε με βιαιότητα στη μονή του Ευαγγελισμού των Αμώμων. Έσφαξαν με απάνθρωπη μανία όλους τους Πατέρες της αδελφότητας μέσα στο ίδιο το αγιασμένο μοναστήρι τους. Ο Άγιος Εφραίμ απουσίαζε εκείνη την κρίσιμη ώρα στη σπηλιά του πάνω στο βουνό, βυθισμένος ολόκληρος στην προσευχή. Όταν επέστρεψε στη μονή και αντίκρισε τα πτώματα των αγαπημένων του αδελφών, πάγωσε από τη φρίκη και τον τρόμο. Με δάκρυα ποτάμι και θρήνους γοερούς έθαψε ο ίδιος τους μάρτυρες Πατέρες, μόνος μέσα στα ερείπια.
Πέρασε τους επόμενους μήνες σε αδιάκοπη προσευχή και πένθος, ζώντας ανάμεσα στους ίσκιους εκείνου του ματωμένου τόπου. Στις δεκατέσσερις Σεπτεμβρίου του χίλια τετρακόσια είκοσι πέντε επανήλθαν οι βάρβαροι, βρήκαν τον Άγιο και τον συνέλαβαν. Οι Τούρκοι κλείδωσαν τον ιερομόναχο σε ένα μικρό σκοτεινό κελί χωρίς νερό και τροφή, και άρχισαν αμέσως τα μαρτύρια. Τον έδερναν καθημερινά και ανελέητα για πολλούς ολόκληρους μήνες, προσπαθώντας να τον αναγκάσουν να αρνηθεί τον Χριστό του.
Ο Άγιος όμως έμενε ατάραχος και γαλήνιος μέσα στους φοβερούς πόνους, και κρατούσε σταθερή και ακλόνητη την πίστη του. Όταν κατάλαβαν οι σκληρόκαρδοι δήμιοι ότι δεν θα λυγίσει ποτέ, αποφάσισαν να τον θανατώσουν με τον πιο φρικτό τρόπο. Στις πέντε Μαΐου του χίλια τετρακόσια είκοσι έξι, ημέρα Τρίτη και πρωί νωρίς, τον έβγαλαν από το κελί. Τον γύρισαν ανάποδα με τη βία και τον έδεσαν με σχοινιά σε μια μουριά μέσα στο προαύλιο της μονής. Άρχισαν να τον χτυπούν, να τον εμπαίζουν αλύπητα και να φωνάζουν περιπαιχτικά πού ήταν τώρα ο Θεός του.
Εκείνος δεν έχασε στιγμή το θάρρος του, αλλά προσευχόταν συνεχώς και έλεγε να γίνει το θέλημα του Κυρίου του. Του τράβηξαν με βία τη μακριά γενειάδα και τον βασάνισαν σκληρά μέχρι να εξαντληθούν τελείως οι δυνάμεις του. Το αίμα του έτρεχε σαν ποτάμι, τα ρούχα του έγιναν κουρέλια και το σώμα του γέμισε από φοβερές πληγές. Ο μαρτυρικός Εφραίμ σήκωσε όλα αυτά τα φρικτά βάσανα με υπομονή πολλή και ευχαρίστηση γνήσια προς τον Κύριο. Τότε ένας από τους δημίους πήρε ένα αναμμένο και πυρωμένο ξύλο και το κάρφωσε με ορμή στην κοιλιά του Αγίου.
Οι κραυγές του μαρτυρικού Εφραίμ σχίζανε τον αέρα γύρω και η οδύνη της ψυχής του ήταν ασύλληπτα μεγάλη. Το αίμα έτρεχε ασταμάτητο στο χώμα και οι Τούρκοι επαναλάμβαναν συνεχώς το ίδιο βασανιστήριο πολλές φορές χωρίς κανέναν οίκτο. Το σώμα του τιναζόταν από τους πόνους, τα μέλη του σπάραζαν, και σύντομα έχασε ακόμα και τη φωνή του εντελώς. Προσευχόταν πια εντελώς σιωπηλά μέσα στην ψυχή του και ζητούσε ταπεινά από τον Κύριο να συγχωρέσει τις αμαρτίες του.
Νομίζοντας ότι είχε επιτέλους πεθάνει, οι δήμιοι έκοψαν τα σχοινιά και άφησαν το βασανισμένο σώμα να πέσει στο χώμα. Συνέχισαν όμως ακόμα και τότε να τον κλωτσούν και να τον χτυπούν αλύπητα με αχόρταγη μανία και θηριωδία. Μετά από λίγη ώρα ο Άγιος άνοιξε τα μάτια και προσευχήθηκε λέγοντας ότι παραδίδει το πνεύμα του στον Κύριο. Γύρω στις εννέα το πρωί η αγία και αθλοφόρα ψυχή του χωρίστηκε από το βασανισμένο και ματωμένο σώμα. Έτσι ο μαρτυρικός Εφραίμ έλαβε από τον στεφανοδότη Χριστό το αμάραντο και ολόλαμπρο στεφάνι του Μεγαλομάρτυρα της Εκκλησίας.
Το γεγονός όμως αυτό έμεινε κρυφό μέσα στους αιώνες και κανείς δεν θυμόταν πια τον σφαγμένο Άγιο. Η σιωπή σκέπασε τη μονή και τον τόπο του μαρτυρίου του Αγίου Εφραίμ για σχεδόν πεντακόσια ολόκληρα χρόνια. Το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε η μοναχή Μακαρία έφτασε στα ερείπια της παλιάς μονής του Ευαγγελισμού. Έφτιαξε εκεί ένα κελάκι και άρχισε από θεία παρόρμηση να καθαρίζει τα ερειπωμένα μέρη του παλιού ναού. Διαλογιζόταν με συγκίνηση τους μοναχούς που είχαν ζήσει σε εκείνα τα χώματα και προσευχόταν να της φανερωθεί κάποιος.
Μια εσωτερική φωνή της έλεγε επίμονα να σκάψει σε ένα συγκεκριμένο σημείο μέσα στο προαύλιο της μονής. Στις τρεις Ιανουαρίου του χίλια εννιακόσια πενήντα ανέθεσε τελικά σε δύσπιστο εργάτη να σκάψει εκεί όπου ήθελε. Όταν ο εργάτης έφτασε στο βάθος των δύο μέτρων, ξεθάφτηκε ένα ανθρώπινο κεφάλι και γέμισε ο τόπος ευωδία. Η Μακαρία γονάτισε αμέσως με ευλάβεια και ασπάστηκε με δάκρυα το άγιο σκήνωμα του αγνώστου ακόμη ασκητή. Το βράδυ, καθώς διάβαζε ήρεμα τον εσπερινό, άκουσε καθαρά βήματα να έρχονται προς την πόρτα της εκκλησίας.
Φάνηκε τότε μπροστά της ένας ψηλός μοναχός, με μικρά στρογγυλά μάτια και μαύρα γένια που έφταναν ως τον λαιμό. Στο ένα χέρι κρατούσε φωτεινή φλόγα και με το άλλο ευλογούσε γαλήνια τη συγκλονισμένη μοναχή. Το ίδιο βράδυ φανερώθηκε στον ύπνο της και της είπε ταπεινά ότι το όνομά του ήταν Εφραίμ.