Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Κλήμης Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ισαπόστολος και η Συνοδεία του
Πέντε λαμπρά αστέρια ανέτειλαν στον σκοτεινό ουρανό της Σλαβικής Ευρώπης και φώτισαν τα έθνη με το φως του Χριστού. Ο μέγας Ισαπόστολος Κλήμης μαζί με τους ιερούς συναγωνιστές του Ναούμ, Σάββα, Γοράζδο και Αγγελάριο, αγωνίστηκαν για τη Σλαβική Ορθοδοξία. Όλοι τους κατάγονταν από σλαβικό γένος και ήταν εκλεκτοί μαθητές των φωτιστών της Σλαβωνίας Κυρίλλου και Μεθοδίου, των ισαποστόλων. Στους νεαρούς εκείνους χρόνους τους ασκούσαν την ησυχαστική και αγγελική ζωή στις ευλογημένες εκείνες χώρες της απομακρυσμένης Μοραβίας.
Ο όσιος Γοράζδος διαδέχτηκε τον μέγα Μεθόδιο στη θέση του ποιμενάρχη και επισκόπου της εκκλησιαστικής αυτής επαρχίας. Γνώριζε άρτια και τρεις γλώσσες, τη σλαβωνική, την ελληνική και τη λατινική, για το έργο του ευαγγελισμού των λαών. Οι υπόλοιποι σύντροφοί του Κλήμης, Ναούμ, Αγγελάριος και Σάββας ιερούργησαν ως πρεσβύτεροι και διδάσκαλοι του πιστού λαού της Μοραβίας. Διέδιδαν με ζήλο πολύν τη Σλαβωνική θεία Λειτουργία και τα ιερά γράμματα στη γλώσσα του δίψαντος εκείνου λαού.
Φάνηκαν ως άξιοι κληρονόμοι του φωτιστικού έργου των πνευματικών τους πατέρων, αναπτύσσοντας περαιτέρω το πνευματικό θεμέλιο της Σλαβικής Εκκλησίας. Διαμόρφωσαν ευσυνείδητα τη λειτουργική και κατηχητική παράδοση μέσα στις ταραγμένες πολιτικά χώρες της κεντρικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης. Έτσι αναδείχθηκαν φωτεινοί στυλοβάτες της Σλαβικής Ορθοδοξίας και θεμέλια αδιάσειστα της σπουδαίας εκκλησιαστικής παραδόσεως των ορθοδόξων Σλαβικών λαών. Σύντομα ξέσπασε σκληρή εκκλησιαστική αντιπαράθεση εναντίον τους από Γερμανούς ιεραποστόλους, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη του Πάπα της Ρώμης.
Ο πρίγκιπας της Μοραβίας Σβιατοπολούκ τάχθηκε ανοιχτά στο πλευρό των δυτικών εκείνων ιεραποστόλων εναντίον των ορθοδόξων Σλαβικών διδασκάλων. Η σκληρή διαμάχη επικεντρώθηκε στο φλέγον ζήτημα της θείας Λειτουργίας στη γλώσσα του Σλαβικού λαού και στις δογματικές διαφορές. Συζητήθηκαν επίσης οι δογματικές πτώσεις της Δύσης για το Φιλιόκβε, την προσθήκη στο σύμβολο της πίστεως, και τη Σαββατιανή νηστεία. Ο τότε Πάπας Στέφανος έκτος απαγόρευσε ρητά τη χρήση της Σλαβωνικής γλώσσας στις ακολουθίες της Εκκλησίας και τη θεία Λειτουργία.
Οι υποστηρικτές της λεγομένης τριγλωσσικής αιρέσεως πίστευαν ότι μόνο τρεις γλώσσες ήταν κατάλληλες για τη λατρεία του Θεού. Δέχονταν δηλαδή μόνο την εβραϊκή, την ελληνική και τη λατινική και απέρριπταν με σκληρότητα τις γλώσσες των άλλων λαών. Έσυραν λοιπόν τους ορθοδόξους μαθητές του Μεθοδίου σε σκληρότατο εκκλησιαστικό δικαστήριο, εμποτισμένο με προκαταλήψεις και αδικία εναντίον τους. Τους υπέβαλαν σε φοβερά βασανιστήρια, σύροντάς τους δηλαδή πάνω σε αγκαθερά αγκάθια και κρατώντας τους πολλούς μήνες σε σκοτεινές φυλακές.
Έτσι ακριβώς είχαν φερθεί παλαιότερα και προς τον πνευματικό τους πατέρα, τον φωτιστή των Σλάβων Άγιο Μεθόδιο. Το έτος οκτακόσια ογδόντα έξι μετά Χριστόν, μερικοί από τους κρατουμένους πουλήθηκαν ως σκλάβοι σε εμπόρους ανθρώπων. Οι αλυσοδεμένοι αυτοί όμιλοι κατέληξαν τελικά στην περίφημη αγορά σκλάβων της Βενετίας, εκτεθειμένοι σε ξένα εμπορικά συμφέροντα. Ο πρεσβευτής του βυζαντινού αυτοκράτορα Βασιλείου του Μακεδόνος μετέβη επειγόντως στη Βενετία και εξαγόρασε με μεγάλο ποσό τους ιερούς ομολογητές.
Τους μετέφερε λοιπόν με ασφάλεια στην ένδοξη Κωνσταντινούπολη και τους παρουσίασε στον αυτοκράτορα και τον λαό της βασιλίδος. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και πιο σεβαστοί ομολογητές εξορίστηκαν σε διάφορες απόμακρες περιοχές της αυτοκρατορίας μετά από αυτοκρατορική απόφαση. Δεν είναι γνωστό μέχρι σήμερα πού ακριβώς πορεύθηκε ο Άγιος Γοράζδος, ούτε πού βρήκε καταφύγιο ο μακάριος Άγιος Σάββας. Οι Άγιοι Ναούμ και Αγγελάριος κατευθύνθηκαν προς την κοντινή Βουλγαρία, όπου ο πρίγκιπας Βόρης δεχόταν με ευλάβεια τους ορθοδόξους ομολογητές.
Οι Βούλγαροι υποδέχθηκαν τους Σλαβονικούς ομολογητές με μεγάλο σεβασμό και τους παρακάλεσαν να τελέσουν θείες λειτουργίες στη σλαβωνική γλώσσα. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας Βόρης αναζητούσε επιτυχείς διδασκάλους όπως τους μαθητές του Μεθοδίου για τον πνευματικό φωτισμό του ορθοδόξου του έθνους. Αμέσως ο Άγιος Κλήμης άρχισε να μελετά συστηματικά τα σλαβωνικά βιβλία που είχαν συλλέξει με μεγάλη φροντίδα οι Βούλγαροι ευγενείς. Σύντομα ο Άγιος Αγγελάριος εκοιμήθη ειρηνικά στον Κύριο και ο Άγιος Κλήμης διορίστηκε ξεχωριστός διδάσκαλος στα Κουτμιτσιβίτσα.
Η περιοχή αυτή βρισκόταν στη νοτιοδυτική Μακεδονία και είχε ανάγκη από έμπειρους και άξιους εκκλησιαστικούς διδασκάλους της ορθοδόξου πίστεως. Στην Ανατολική Εκκλησία ο διδάσκαλος όφειλε να είναι σεβαστός άνθρωπος, γνωστός για τον ευσεβή του βίο και την ικανότητα δημόσιας ομιλίας. Ο Άγιος Κλήμης δίδασκε ήδη όταν ζούσε στη Μοραβία και συνέχισε με ζήλο το διδασκαλικό του έργο μέχρι τα τέλη του ένατου αιώνα. Οργάνωσε σπουδαία σχολή στην πριγκιπική αυλή της Βουλγαρίας, η οποία θεωρήθηκε εξαιρετική κατά τους χρόνους της βασιλείας του ηγεμόνος Συμεών.
Στη νοτιοδυτική Μακεδονία ίδρυσε επίσης ξεχωριστά σχολεία για τους ενηλίκους και άλλα σχολεία για τα μικρά παιδιά της περιοχής. Ο μεγαλος αριθμός των μαθητών του Αγίου Κλήμεντος ανερχόταν σε εξαιρετικά αξιοθαύμαστα νούμερα, σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές της εποχής. Από αυτούς εκλέχθηκαν τρεις χιλιάδες πεντακόσιοι άνδρες, οι οποίοι κρίθηκαν άξιοι να λάβουν την ιερωσύνη και να ποιμάνουν τον λαό. Στο τέλος ο Άγιος Κλήμης εκλέχτηκε ομόφωνα επίσκοπος Δρεμβίτσας ή Βελίτσας και ο Άγιος Ναούμ τον διαδέχτηκε στη διδασκαλική του θέση.
Έγινε ο πρώτος Βούλγαρος ιεράρχης που λειτούργησε, κήρυξε και έγραψε στη σλαβωνική γλώσσα του βαπτισμένου εκείνου ορθοδόξου λαού. Όταν οι σωματικές του δυνάμεις εξαντλήθηκαν, ζήτησε από τον τσάρο Συμεών να αποσυρθεί ησυχαστικά στο αγαπημένο του μοναστήρι της Αχρίδος. Συνέχισε εκεί το μεταφραστικό του έργο, αποδίδοντας στη σλαβωνική σημαντικά μέρη του Πεντηκοσταρίου της ορθοδόξου Εκκλησίας. Εκοιμήθη μακαρίως στον Κύριο μέσα στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος της Αχρίδος και τάφηκε σε ξύλινο φέρετρο που είχε ετοιμάσει με τα ίδια του τα χέρια.
Δι' ευχών του ισαποστόλου Κλήμεντος Αχρίδος και της ένδοξης συνοδείας του, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον τις ψυχές μας.