Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Παμβώ ο Ερημίτης της Αιγύπτου
Επί δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια μελετούσε ένας ταπεινός ασκητής έναν μόνο ψαλμικό στίχο, μέχρι που τον εφάρμοσε στην πραγματική ζωή του. Ο όσιος Παμβώ έζησε μέχρι βαθιά γεράματα ως αυστηρός νηστευτής στην ξακουστή έρημο της Νιτρίας στην παλαιά Αίγυπτο. Πολλοί μεγάλοι πατέρες της ορθοδόξου Εκκλησίας μίλησαν με βαθιά ευλάβεια για την ενάρετη και θεάρεστη πολιτεία του γέροντος Παμβώ. Ο μέγας Αντώνιος ο πρωτοπατήρ της ασκήσεως είπε για τον γέροντα Παμβώ ότι με τον φόβο του Θεού έλαβε το Άγιον Πνεύμα.
Ο όσιος Πιμήν ο μέγας επίσης είπε ότι παρατηρούσε τρία βασικά αξιοπρόσεκτα πράγματα στον γέροντα Παμβώ. Παρατηρούσε δηλαδή ασκητική νηστεία κάθε ημέρα, την αυστηρή ησυχαστική σιωπή και την ταπεινή ευλογημένη χειρωνακτική εργασία του. Ο μακάριος Θεόδωρος ο Στουδίτης τον περιέγραψε ως αληθώς υψηλό άγιο τόσο στην πράξη όσο και στην ορθόδοξη θεολογία. Στην αρχή της μοναχικής του πορείας ο γέροντας ήταν εντελώς αγράμματος και πήγε σε αδελφό για να μάθει τους ψαλμούς του Δαβίδ.
Άκουσε αμέσως τον πρώτο στίχο του τριακοστού ογδόου ψαλμού να διδάσκει να φυλάει ο πιστός τη γλώσσα από αμαρτία. Συγκλονίστηκε τόσο πολύ που δεν θέλησε να ακούσει άλλους στίχους, αλλά έφυγε λέγοντας ότι έπρεπε πρώτα να εφαρμόσει αυτόν. Έτσι θεμελίωσε από την αρχή της μοναχικής του πορείας τη βαθιά αρχή της απόλυτης φυλακής της γλώσσας από κάθε αμαρτία. Έπειτα από έξι ολόκληρους μήνες ο διδάσκαλος τον συνάντησε κάπου και τον ρώτησε γιατί δεν είχε επιστρέψει στα μαθήματα.
Ο γέροντας του απάντησε ταπεινά ότι δεν είχε ακόμη μάθει να εφαρμόζει στην πράξη τον πρώτο εκείνο ευλογημένο ψαλμικό στίχο. Έπειτα από πολλά χρόνια ένας οικείος πατήρ τον ξαναρώτησε αν είχε επιτέλους εκπαιδευτεί στον ευλογημένο εκείνο στίχο του Δαβίδ. Ο γέροντας απάντησε ότι επί δεκαεννέα συνεχόμενα χρόνια μελετούσε ασταμάτητα και μόλις είχε αρχίσει πραγματικά να τον εφαρμόζει στην πράξη. Παρά την αρχική αγραμματοσύνη του ο γέροντας Παμβώ έγινε αργότερα φωτισμένος γνώστης της Αγίας Γραφής με την ουράνια χάρη του Θεού.
Έγινε επιπλέον ικανότατος πνευματικός διδάσκαλος για άλλους πιστούς και ανέδειξε αξιόλογους μαθητάς στην ορθόδοξη ασκητική πατερική παράδοση. Μεταξύ των μεγάλων μαθητών του ξεχώρισαν ο Διόσκορος, μετέπειτα επίσκοπος Ερμουπόλεως, καθώς και οι ασκητές Αμμώνιος και Ευσέβιος. Επίσης διέπρεψαν ως μεγάλοι ασκητές οι θεοφόροι μαθητές του Ευθύμιος και ο επίσκοπος ομολογητής Δρακόντιος της παλαιάς αιγυπτιακής Εκκλησίας. Όλοι αυτοί ευλογήθηκαν να μάθουν την ορθόδοξη χριστιανική ασκητική πολιτεία από τον γέροντα Παμβώ της ξακουστής νιτριακής ερήμου.
Ο φωτισμένος γέροντας ξεχώριζε επίσης για την τέλεια και απόλυτη περιφρόνηση που επιδείκνυε προς το χρυσάφι και το άσημο. Δίδασκε με το παράδειγμά του ότι ο πραγματικός μοναχός πρέπει να είναι εντελώς ανεπιθύμητος προς τα κοσμικά πλούτη. Όταν η πλούσια αγία Μελάνη η Ρωμαία διένειμε όλα τα πλούτη της στους ορθοδόξους ναούς, ήλθε στην Αλεξάνδρεια αναζητώντας τον. Έφερε μαζί της τριακόσιες λίτρες ασημιού και ζήτησε επιμόνως από τον γέροντα Παμβώ να πάρει όσο ήθελε για τις ασκητικές του ανάγκες.
Όμως ο μακάριος όσιος δεν την πρόσεξε καθόλου και δεν διέκοψε καν την ταπεινή χειρωνακτική του εργασία. Συνέχισε να πλέκει την απλή ψαθένια ψάθα του και της απάντησε απλώς ζητώντας να την ευλογήσει ο φιλάνθρωπος Θεός για τη ζηλεύτη ευσέβεια. Όταν η αγία Μελάνη επέμεινε με ζέση να πάρει κάτι, ο γέροντας έδωσε εντολή στον υπηρετούντα αδελφό να το παραλάβει. Του είπε να το διανείμει αμέσως στους πτωχούς αδελφούς της Λιβύης και στα μακρινά νησιά, διότι είχαν μεγάλη ανάγκη.
Αρνήθηκε να δοθεί τίποτε στα γειτονικά αιγυπτιακά μοναστήρια, διότι η γη τους ήταν εύφορη και είχαν δικά τους εισοδήματα. Τότε η ευλογημένη Μελάνη παρέδωσε όλο το ασήμι που έφερε στον υπηρετούντα αδελφό για διανομή στους πτωχούς πιστούς. Με αξιοθαύμαστη απλότητα είπε στον γέροντα Παμβώ ότι η συνολική ποσότητα του ασημιού ήταν ακριβώς τριακόσιες λίτρες. Ο γέροντας της απάντησε ταπεινά ότι ο φιλάνθρωπος Θεός γνωρίζει την ποσότητα και δεν χρειάζεται μέτρηση από τη δωρήτρια.
Τόνισε ότι μετράμε όταν δίνουμε σε ανθρώπους, αλλά όταν προσφέρουμε στον Θεό πρέπει να σιωπούμε ταπεινά. Κάποτε ήλθε να τον επισκεφθεί ο σεβάσμιος αββάς Πιώρ από γειτονικό ασκητήριο φέρνοντας μαζί του ένα κομμάτι σκληρού ξηρού άρτου. Όταν τον ρώτησε ο γέροντας Παμβώ γιατί έφερε άρτο, ο αββάς απάντησε ότι το έκανε για να μην τον επιβαρύνει. Έπειτα από λίγες ημέρες ο μακάριος όσιος Παμβώ ταξίδευσε να επιστρέψει την επίσκεψη στον αββά Πιώρ.
Πήρε μαζί του ένα κομμάτι του δικού του ξηρού άρτου, αφού πρώτα τον είχε βρέξει με νερό κατά τη διαδρομή. Όταν ο αββάς Πιώρ τον είδε, τον ρώτησε γιατί έφερε βρεγμένο ξηρό άρτο για το ταπεινό αυτό γεύμα. Ο γέροντας απάντησε ταπεινά ότι το έκανε για να μην τον επιβαρύνει ούτε με τον άρτο ούτε με το ποτήριο νερού. Κάποτε ο μέγας Αθανάσιος Αλεξανδρείας προσκάλεσε τον γέροντα Παμβώ να μεταβεί στην ένδοξη πόλη της Αλεξανδρείας.
Στον δρόμο ο γέροντας με μερικούς αδελφούς είδαν λαϊκούς που δεν πρόσεχαν καν τους περαστικούς ευλαβείς μοναχούς. Ο γέροντας Παμβώ τους ζήτησε ευγενικά να σηκωθούν και να χαιρετήσουν με σεβασμό τους ταπεινούς μοναχούς για να λάβουν ευλογία. Όταν εισήλθε στην πόλη είδε μία πόρνη γυναίκα στολισμένη πολυτελώς για να σαγηνεύσει τον λαό και ξέσπασε σε κλάμα. Είπε στους μοναχούς ότι έκλαιγε για δύο λόγους: για την απώλεια της ψυχής της και για την δική του ραθυμία προς τον Θεό.
Ο μακάριος γέροντας Παμβώ δεν γελούσε ποτέ ούτε εμφανιζόταν χαμόγελο στο πρόσωπό του από συνεχή κατάνυξη και ταπείνωση. Κάποια φορά οι ζηλόφθονοι δαίμονες θέλησαν να τον αναγκάσουν να γελάσει με ένα δολερό σχέδιό τους. Έδεσαν ένα ταπεινό φτερό σε ένα σχοινί και το έσερναν ενώπιόν του ως δήθεν τεράστιο και βαρύ φορτίο. Φώναζαν δυνατά μεταξύ τους ότι δήθεν δεν μπορούσαν να σηκώσουν αυτό το ασήμαντο και ελαφρό φτερό. Ο γέροντας μειδίασε ελαφρά μόλις είδε τη φάρσα και οι δαίμονες χάρηκαν νομίζοντας ότι τους νίκησαν τέλος.
Όμως ο γέροντας τους εξήγησε αμέσως ότι γέλασε όχι από φάρσα, αλλά από την δική τους πνευματική αδυναμία. Ντροπιασμένοι οι δαίμονες έφυγαν αμέσως τρέχοντας τρομαγμένοι από το ταπεινό κελί του γενναίου αληθινού ασκητή της ερήμου. Ο γέροντας ήταν επίσης προσεκτικότατος και διακριτικός στις συζητήσεις και στις πνευματικές απαντήσεις προς τους πιστούς ορθοδόξους αδελφούς. Όταν τον ρωτούσαν κάτι από τη Γραφή ή για κάποιο πνευματικό θέμα, δεν απαντούσε αμέσως αλλά σιωπούσε σκεπτόμενος.
Συχνά απαντούσε ταπεινά ότι δεν γνωρίζει ακόμη την απάντηση και χρειάζεται περισσότερο χρόνο για περαιτέρω σκέψη και προσευχή. Έδινε απάντηση ακόμη και μετά από τρεις εβδομάδες ή τρεις ολόκληρους μήνες ένθερμης σκέψης και αδιάλειπτης ένθερμης προσευχής. Όλες οι απαντήσεις του ήταν αληθινές και ωφέλιμες, διότι εμπνέονταν στον νου του από την ίδια την ουράνια χάρη του Θεού. Όλοι οι πιστοί δέχονταν τα λόγια του με βαθύ φόβο, σαν να προέρχονταν απευθείας από τα ίδια τα χείλη του φιλανθρώπου Σωτήρος Χριστού.
Επί τρία ολόκληρα χρόνια ο γέροντας προσευχόταν στον Κύριο να μην τον δοξάσει στη γη, αλλά κατ' οικονομίαν δοξαζόταν περισσότερο. Ο φιλάνθρωπος Θεός τον δόξασε τόσο πολύ, ώστε οι αδελφοί δεν τολμούσαν να δουν το πρόσωπό του από την ένδοξη ουράνια λάμψη. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε σαν αστραπή ωσάν και το πρόσωπο του προφήτου Μωυσέως κατά την κάθοδο από τη φωτεινή Σκηνή του Σινά. Όταν έφθασε ο καιρός της μακαρίας του κοιμήσεως σε ηλικία περίπου εβδομήντα ετών, μίλησε με τους περιεστώτες αδελφούς του.
Τους είπε ότι από τότε που εγκαταστάθηκε στην έρημο και έχτισε το ταπεινό κελί του δούλευε χειρωνακτικά μέχρι εξαντλήσεως. Δεν θυμάται να έφαγε άρτο που του δόθηκε από κάποιον άλλον, αλλά πάντοτε τον επιούσιο άρτο της δικής του εργασίας. Από τα ταπεινά χείλη του δεν εξήλθε λόγος για τον οποίο θα έπρεπε τώρα με ντροπή να μετανοήσει στην ώρα. Παρά ταύτα έλεγε ότι αναχωρεί προς τον Σωτήρα Κύριο σαν να μην είχε αρχίσει ακόμη να ζει θεαρέστως μοναχικώς.
Διά πρεσβειών του οσίου Παμβώ της Νιτρίας, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς τους αμαρτωλούς δούλους Σου.