Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Ποιος αναγνώστης ορθοδόξων βιβλίων δεν χρωστά πνευματικό χρέος στον ταπεινό μοναχό της Νάξου που μετέφρασε στα ελληνικά τη Φιλοκαλία και τον Αόρατο Πόλεμο; Ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γεννήθηκε στο νησί της Νάξου το έτος χίλια επτακόσια σαράντα οκτώ μετά τον Κύριο. Στο άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Νικόλαος και ανατράφηκε από ευσεβείς γονείς, τον Αντώνιο Καλλιβούρτση και την Αναστασία. Η μητέρα του αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Αγαθία, αφιερώνοντας και αυτή τη ζωή της στον Κύριο Ιησού.
Από παιδί ήταν φρόνιμος και κόσμιος, απέφευγε τις κακές παρέες και αγαπούσε ό,τι ήταν καλό και ωφέλιμο για την ψυχή του. Είχε από μικρός σπάνια αγάπη για τη μάθηση, την ιερή Γραφή και τα κοσμικά γράμματα της εποχής του. Πρώτος δάσκαλός του υπήρξε ο εφημέριος του χωριού του, που τον δίδαξε να αγαπά τον Δεσπότη Χριστό και την Εκκλησία. Στη συνέχεια φοίτησε στη σχολή της Νάξου, όπου είχε δάσκαλο τον αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, αδελφό του ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού.
Συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας μεταξύ του χίλια επτακόσια εξήντα πέντε και του χίλια επτακόσια εβδομήντα. Όταν επέστρεψε στη Νάξο εξαιτίας των διωγμών των Τούρκων κατά των χριστιανών, είχε ήδη συσσωρεύσει τεράστιες θεολογικές γνώσεις στην ισχυρή του μνήμη. Στη Νάξο γνώρισε αγιορείτες πατέρες που του αποκάλυψαν τη μοναχική πολιτεία και άναψαν στην ψυχή του τον πόθο της ησυχίας. Σε μία σύντομη επίσκεψή του στο νησί της Ύδρας, που τότε κατοικούνταν από αρβανίτες, συνάντησε τον άγιο Μακάριο τον Νοταρά Κορίνθου.
Με τον φωτισμένο εκείνο ιεράρχη συνδέθηκε με στενή πνευματική φιλία και κοινή πνευματική πορεία στο εξής. Οι δύο αυτοί άγιοι αναδείχτηκαν αργότερα πρωτεργάτες της παρεξηγημένης τότε κίνησης των Κολλυβάδων, που ζητούσαν την επιστροφή στη γνήσια λειτουργική παράδοση. Το έτος χίλια επτακόσια εβδομήντα πέντε ταξίδεψε στο Άγιον Όρος και έγινε δόκιμος στη μονή του Διονυσίου. Εκεί κάρηκε μοναχός με το νέο όνομα Νικόδημος και διακόνησε ως γραμματέας στη διοίκηση του μοναστηριού του Διονυσίου.
Δύο χρόνια μετά την είσοδό του στη μονή Διονυσίου ξαναέφτασε στο Όρος ο άγιος Μακάριος Κορίνθου με ένα σπουδαίο εύρημά του. Είχε ανακαλύψει στη μονή Βατοπεδίου το χειρόγραφο της Φιλοκαλίας των ιερών νηπτικών και ζητούσε επιμελή εκδότη. Ανέθεσε αμέσως στον νεαρό μοναχό την επιμελή έκδοση εκείνου του πολυτίμου χειρογράφου της Φιλοκαλίας, που έμελλε να γίνει το πρώτο μεγάλο φιλολογικό του έργο. Έκτοτε αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στη μελέτη, την έκδοση και τη συγγραφή πατερικών και νηπτικών κειμένων προς ωφέλεια των πιστών.
Επιθυμώντας απόλυτη ησυχία ο όσιος Νικόδημος μετοίκησε σε ένα ησυχαστήριο κοντά στις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, μελετώντας, αντιγράφοντας χειρόγραφα και συγγράφοντας πατερικά συγγράμματα ωφελείας. Έζησε επίσης σύντομα σε άλλα μέρη του Όρους και μάλιστα έναν ολόκληρο χρόνο μόνος του σε ένα μικρό έρημο νησάκι. Στη συνέχεια εντάχθηκε στη σκήτη του Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, υποτασσόμενος στον γέροντα Αρσένιο τον Πελοποννήσιο.
Κάτω από την καθοδήγηση εκείνου του φωτισμένου γέροντα μελέτησε σε βάθος την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των πατέρων της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, ο όσιος ήταν άνθρωπος απλός, χωρίς πονηρία, ταπεινός και άσημος μπροστά στους άλλους. Είχε όμως εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες και ιδιαίτερα θαυμαστή μνήμη που εντυπωσίαζε όλους τους συνομιλητές και τους μαθητές του. Γνώριζε ολόκληρη την Αγία Γραφή απέξω και θυμόταν ακόμη και τους αριθμούς των κεφαλαίων, των στίχων και των σελίδων.
Επιπλέον μπορούσε να απαγγείλει εκτενή χωρία από τα συγγράμματα των αγίων πατέρων της Εκκλησίας μόνο από μνήμη. Το έτος χίλια επτακόσια ογδόντα τρία κάρηκε μέγας σχημόμοναχος και πέρασε τα επόμενα έξι χρόνια σε πλήρη σιωπή και απόλυτη ησυχία. Στο διάστημα αυτό προσευχόταν ασταμάτητα στον Δεσπότη Χριστό και προετοίμαζε την ψυχή του για το μεγάλο συγγραφικό του έργο. Όταν ξαναεπισκέφθηκε ο άγιος Μακάριος το Όρος, ανέθεσε στον Νικόδημο την έκδοση των έργων του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου.
Το έργο αυτό εκδόθηκε σε τρεις τόμους στη Σύρο το έτος χίλια επτακόσια ενενήντα μετά τον Κύριο. Τότε ο όσιος έπρεπε να διακόψει τη σιωπή του και να ασχοληθεί με τη συστηματική συγγραφή και έκδοση πνευματικών βιβλίων. Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι την κοίμησή του αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο πατερικό συγγραφικό του έργο. Συνέγραψε περισσότερα από εκατό αυθεντικά έργα δογματικά, ηθικά, κανονικά, υμνογραφικά, ερμηνευτικά και μυστικοθεολογικά της εμπειρίας των πατέρων.
Από τα γνωστότερα είναι η Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών και το Περί Συνεχούς Μεταλήψεως, που προκάλεσε ζωηρές αντιδράσεις της εποχής. Σπουδαίο έργο του είναι ο Αόρατος Πόλεμος, μετάφραση και διασκευή του ιταλικού βιβλίου του Λορέντζο Σκούπολι. Άλλα σημαντικά συγγράμματά του είναι το Πηδάλιον με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας και το Νέο Μαρτυρολόγιο για τους νεομάρτυρες της Τουρκοκρατίας. Συνέταξε επίσης τον Συναξαριστή των δώδεκα μηνών, το Νέο Εκλόγιο και το Εξομολογητάριο για τη σωστή εξομολόγηση των πιστών.
Έγραψε ερμηνεία στις δεκατέσσερις επιστολές του αποστόλου Παύλου και στις επτά καθολικές επιστολές της Καινής Διαθήκης. Συνέθεσε επίσης κανόνες, ύμνους και ακολουθίες, ανάμεσά τους τον γνωστό κανόνα στη Γοργοεπήκοο της Παναγίας του Δοχειαρίου. Πριν από την κοίμησή του, καταβεβλημένος από το συγγραφικό έργο και τις ασκητικές του κακοπάθειες, ο όσιος μετοίκησε στο κελλί των αγιογράφων ιερομονάχων Στεφάνου και Νεοφύτου Σκουρταίων. Οι δύο αγιογράφοι ήταν αδέλφια κατά σάρκα και τον υποδέχθηκαν με μεγάλη πατρική αγάπη και σεβασμό.
Τους ζήτησε να βοηθήσουν στην έκδοση των έργων του, γιατί η σωματική του υγεία είχε εξασθενίσει αρκετά. Από το έτος χίλια οκτακόσια πέντε υπέφερε από διάφορες ασθένειες, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ τη συγγραφή και την προσευχή. Την παραμονή της κοιμήσεώς του ο όσιος εξομολογήθηκε ταπεινά, μυρώθηκε με το άγιο Ευχέλαιο και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Παρέδωσε ειρηνικά την αγία ψυχή του στον Δεσπότη Χριστό την δεκάτη τετάρτη Ιουλίου του έτους χίλια οκτακόσια εννέα μετά Χριστόν.
Όταν ανέτειλε ο φυσικός ήλιος εκείνη την ημέρα, έδυσε στην Εκκλησία ο νοητός ήλιος της παιδείας και της ευσεβείας. Ο πύρινος στύλος που οδηγούσε τον νέο Ισραήλ της Εκκλησίας προς την ευσέβεια εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της γης. Πολλοί φίλοι και γνωστοί έκλαψαν για την κοίμησή του, λέγοντας ότι θα ήταν καλύτερα να πέθαιναν χίλιοι χριστιανοί παρά ο Νικόδημος. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται ως ευλογία στο κελλί των Σκουρταίων στις Καρυές μέχρι τις ημέρες μας.
Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως τον κατέταξε επίσημα στους αγίους το έτος χίλια εννιακόσια πενήντα πέντε μετά Χριστόν. Διά πρεσβειών του οσίου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον τον λαόν σου τον περιούσιον.