▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Ο σεπτός όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος γεννήθηκε στις είκοσι πέντε Μαρτίου του έτους χίλια οκτακόσια ενενήντα τέσσερα. Γεννήθηκε ξημερώματα της μεγάλης εορτής του Ευαγγελισμού στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας, με προφανές το θείο σημείο. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων και η ευλαβής μητέρα του Αναστασία, και αμφότεροι ήταν ευσεβέστατοι ορθόδοξοι Σέρβοι. Κατά την βάπτισή του ως νεογέννητο βρέφος έλαβε το λαμπρό ευαγγελικό όνομα Ευάγγελος, σε ανάμνηση της εορτής εκείνης.
Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδόσεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλησία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φανερώνει και το χαρακτηριστικό σλαβικό επώνυμο Πόποβιτς, το οποίο στα ελληνικά μεταφράζεται απλά ως Παπαδόπουλος. Από μικρό παιδάκι ακόμα, ο μικρός Ευάγγελος επισκεπτόταν συχνά με τους γονείς του τον Άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό. Ο Άγιος Πρόχορος τιμάται στην κοντινή Μονή Πτσίνσκι της σερβικής περιοχής, όπου σώζονται τα ιερά λείψανά του.
Στη μονή αυτή είδε με τα ίδια του τα μάτια την θαυματουργική θεραπεία της μητέρας του από βαριά ασθένεια. Δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγγελο ήταν η τακτική ανάγνωση του ιερού Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Συνέχισε ακόμη την ασκητική βίωση του Ευαγγελίου ολόψυχα και απαρέγκλιτα μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του. Διαμόρφωσε επίσης από νωρίς μια ευαγγελική και χριστοκεντρική νοοτροπία ζωής, που αργότερα τον οδήγησε στη μοναχική αφιέρωση.
Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης για τον μικρό Πόποβιτς ήταν η αδιάλειπτη ανάγνωση των Συναξαριών και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων. Έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά ότι η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη που μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα που καλείσαι να ζήσεις ολόκληρο. Η Ορθοδοξία είναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα Όσια Βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής και χάριτος. Η Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδαγωγική, η οποία είναι οι Βίοι των Αγίων κατά τους πατέρες.
Από τη φύση του φιλόσοφος και διψασμένος για τη θεία αλλά και την ανθρώπινη γνώση, ο μικρός Ευάγγελος ξεχώριζε. Εγγράφηκε λοιπόν το χίλια εννιακόσια πέντε στη σπουδαία Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι. Εκεί αξιώθηκε να έχει ως δάσκαλό του τον φωτισμένο Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς, του οποίου η μνήμη τιμάται τις πέντε Μαρτίου. Τελείωσε τη Σχολή το χίλια εννιακόσια δεκατέσσερα, αλλά τον πρόλαβε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύτηκε ως νοσοκόμος.
Ακολουθώντας την τύχη του σερβικού στρατού, πήρε τον σκληρό δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ' οδόν αισθάνθηκε πλέον εσωτερικά έτοιμος να αφιερώσει ολοκληρωτικά τη νεανική ζωή του στον Σωτήρα Χριστό. Με την ευλογία του Μητροπολίτου Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στη Σκόδρα το μοναχικό σχήμα την πρώτη Ιανουαρίου του χίλια εννιακόσια δεκαέξι. Πήρε τότε το όνομα του Αγίου Μάρτυρος και Φιλοσόφου Ιουστίνου, του οποίου την μνήμη συνεορτάζει σήμερα.
Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μητροπολίτου Δημητρίου, έφυγε με μια ομάδα φωτισμένων θεολόγων για σπουδές στην Αγία Πετρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελίξεων στη Ρωσία, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πετρούπολη και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρόνια ετοιμάζοντας τη διδακτορική του εργασία με θέμα τη θρησκεία και τη φιλοσοφία του Ντοστογιέβσκι. Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκι του κόστισε την απόρριψη της διατριβής.
Έτσι το χίλια εννιακόσια δεκαεννέα γύρισε στην πατρίδα του και τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα μετέβη στην Αθήνα της Ελλάδος για να λάβει εκεί τελικά το διδακτορικό του δίπλωμα στην Πατρολογία. Έλαβε το διδακτορικό το χίλια εννιακόσια είκοσι έξι με θέμα το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο. Γνώριζε άριστα την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, τη λατινική, τη ρωσική, τη νεοελληνική, την αγγλική, τη γερμανική και τη γαλλική γλώσσα.
Ήταν λοιπόν πραγματικά πολυγλωσσότατος ορθόδοξος θεολόγος και ταπεινός πατερικός μελετητής, με βαθιά παιδεία και τεράστια κατάρτιση. Η εξαιρετική γλωσσομάθειά του τον βοήθησε να μελετήσει τα έργα των πατέρων της Εκκλησίας και τα κείμενα της δυτικής φιλοσοφίας στις πρωτότυπες γλώσσες τους. Στα επόμενα έτη ο νεαρός θεολόγος εργάστηκε ως καθηγητής στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μοναστηρίου. Στα έτη χίλια εννιακόσια τριάντα και χίλια εννιακόσια τριάντα ένα η Σερβική Εκκλησία τον έστειλε με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε αποστολή στην Τσεχοσλοβακία.
Εκεί εργάστηκαν επί ένα ολόκληρο χρόνο στη διαφώτιση και οργάνωση των ενοριών των Ορθοδόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια. Οι Σλοβάκοι αυτοί επέστρεφαν τότε σταδιακά στην Ορθοδοξία από την μακρόχρονη εμπλοκή τους με την δυτική Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το χίλια εννιακόσια τριάντα ένα επίσκοπος της νεοσυσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας. Όμως ο μακάριος πατήρ από βαθιά ταπείνωση δεν δέχτηκε ποτέ την εκλεκτή εκείνη ποιμαντική και αρχιερατική θέση.
Στη διάρκεια της σκληρής γερμανικής κατοχής της Σερβίας βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά κατέληξε στο Βελιγράδι. Μοιράστηκε με γενναιότητα την δύσκολη τύχη του πιστού σερβικού λαού του στις δοκιμασίες και τα δεινά. Με την εγκαθίδρυση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στη Γιουγκοσλαβία, το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε, εξεδιώχθη από το Πανεπιστήμιο. Διώχθηκε μάλιστα μαζί με άλλους διακόσιους έντιμους πανεπιστημιακούς καθηγητές της θεολογικής και άλλων σχολών της σερβικής πρωτεύουσας.
Έχασε δηλαδή μέσα σε μια στιγμή την ακαδημαϊκή του θέση, την οικονομική του ασφάλεια και κάθε δημόσια αναγνώριση. Παρά ταύτα ο πατήρ Ιουστίνος υπέμεινε όλη αυτή τη δοκιμασία με τέλεια χριστιανική υπομονή και βαθιά εμπιστοσύνη στον Θεό. Σύντομα συνελήφθη στη μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία το χίλια εννιακόσια σαράντα έξι και φυλακίστηκε. Λίγο έλειψε τότε να εκτελεστεί από το αθεϊστικό κομμουνιστικό καθεστώς ως δήθεν εχθρός του λαού της χώρας.
Σώθηκε ωστόσο την τελευταία ώρα όταν ο Πατριάρχης Γαβριήλ, κατά την επιστροφή του από το Άουσβιτς, απαίτησε την αποφυλάκισή του. Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και χωρίς καμία σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα δικαιώματά του, έζησε εξόριστος στη μονή Τσέλιε. Ακόμη και εκεί όμως οι κομμουνιστικές πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ποτέ ήσυχο, με συνεχείς διώξεις και επεμβάσεις. Πέρα από τη συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, ήταν επίσης συχνές οι σκληρές ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο.
Σε περιόδους κρίσιμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγράδι του απαγορευόταν κάθε έξοδος από τη μονή για ολόκληρους μήνες. Παρά τις δύσκολες αυτές οδυνηρές συνθήκες ο πατήρ Ιουστίνος προσευχόταν αδιάλειπτα και επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται. Συνέχιζε ακούραστα το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε αδιάκοπα χωρίς να σταματά τη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέρων. Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους και την Πρώτη Εβδομάδα των Νηστειών και την Εβδομάδα των Παθών.
Ακολουθώντας πιστά το αυστηρό μοναστικό τυπικό, τελούσε με ευλάβεια όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου χωρίς εξαίρεση. Εκατοντάδες ήταν τα ιερά ονόματα που μνημόνευε στη Θεία Λειτουργία, ονόματα που του έδιναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών. Παρά τον αυστηρό περιορισμό από τις κομμουνιστικές αρχές, η αγιότητά του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι τον επισκέπτονταν όχι μόνο Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας τους, αλλά και πολλοί ευλαβείς Έλληνες πιστοί.
Εκοιμήθη εν Κυρίω στις είκοσι πέντε Μαρτίου του έτους χίλια εννιακόσια εβδομήντα εννέα, ανήμερα του Ευαγγελισμού. Παράδοξη συγκυρία που ήταν ταυτόχρονα και η ημέρα της δικής του επίγειας γεννήσεως, σφραγίζοντας θαυμαστά τη ζωή του. Ο πατήρ Ιουστίνος, αφού εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των Πατέρων, καρποφόρησε με τα δικά του πολυσέλιδα συγγράμματα. Δύο είναι τα κεντρικά χαρακτηριστικά του όλου συγγραφικού του μόχθου, που τον διέπουν από το πιο σύντομο μέχρι το πιο εκτενές έργο.
Το πρώτο είναι η μεγάλη αγάπη του για το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, η συχνότερη έκφραση μέσα στα έργα του. Το δεύτερο είναι η ακριβής εμμονή του στη μη απόκλιση από την αλάνθαστη γραμμή των θεοφόρων Πατέρων της Ορθοδόξου Ανατολής. Συνέγραψε επίσης το δίτομο έργο «Ορθόδοξη Φιλοσοφία της Αληθείας» και τους μνημειώδεις Βίους των Αγίων σε δώδεκα τόμους. Έγραψε επίσης τη σπουδαία και αξεπέραστη Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης σε επτά μεγάλους και πολύτιμους τόμους.
Πρεσβείαις του οσίου πατρός ημών Ιουστίνου του Πόποβιτς, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον τας ψυχάς ημών των δούλων σου, αμήν.
Στοιχεία βίου
Θέλεις να γίνει αυτός ο Βίος Αγίου βίντεο; Πάτησε εδώ για να δεις πληροφορίες και να στηρίξεις τη δημιουργία.
Στήριξη για να γίνει βίντεο
Ο βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Αν θέλετε, μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορείτε να πληρώσετε και με κάρτα, χωρίς να χρειάζεται λογαριασμός PayPal, όπου η επιλογή αυτή είναι διαθέσιμη. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Στηρίξτε αυτόν τον Βίο Αγίου ως βίντεο
Ο Βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυνατότητα πληρωμής με κάρτα χωρίς λογαριασμό PayPal, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του PayPal στη χώρα σας. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Σημείωση: Τα χρήματα βοηθούν στις συνδρομές και στα εργαλεία που πληρώνουν οι δημιουργοί για την παραγωγή του τελικού βίντεο, όπως παραγωγή εικόνων, ηχητική αφήγηση, πλατφόρμες φιλοξενίας και παραγωγής βίντεο. Δεν περιλαμβάνεται ο προσωπικός κόπος των δημιουργών.