Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Αχειροποίητη Εικόνα της Παναγίας της Λύδδης
Σε έναν πέτρινο στύλο της εκκλησίας της Λύδδης αποτυπώθηκε μόνη της, χωρίς ανθρώπινο χέρι, η μορφή της Παναγίας. Όταν αργότερα ο Ιουλιανός ο Παραβάτης έστειλε μαστόρους να την σβήσουν, τα χρώματα βυθίζονταν βαθύτερα μέσα στην πέτρα. Οι κορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ο Θεολόγος, πριν διασκορπιστούν στα έθνη, κήρυτταν τον Χριστό στις πόλεις γύρω από την Ιερουσαλήμ. Φτάνοντας στη Λύδδη, που αργότερα ονομάστηκε Διόσπολις, οδήγησαν πολλούς στην πίστη και έχτισαν εκεί ναό στο όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Εκείνη την εποχή η Εκκλησία είχε λίγη ανάπαυλα, καθώς ο αυτοκράτορας Τιβέριος είχε ακούσει για τον Χριστό και απαγόρευσε τους διωγμούς. Οι Απόστολοι επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ και παρακάλεσαν την Παναγία να έρθει στη Λύδδη, για να ευλογήσει τον ναό με την ίδια της την παρουσία. Η Θεοτόκος δέχτηκε με χαρά και τους είπε να γυρίσουν, γιατί θα ήταν μαζί τους εκεί. Όταν λοιπόν οι Απόστολοι έφτασαν πάλι στη Λύδδη, αντίκρισαν πάνω στον πέτρινο στύλο του ναού μια θαυμαστή εικόνα της Παρθένου.
Δεν την είχε ζωγραφίσει ανθρώπινο χέρι, αλλά είχε σχηματιστεί από θεϊκή δύναμη. Οι Απόστολοι προσκύνησαν την αχειροποίητη εικόνα και ευχαρίστησαν τον σαρκωθέντα Λόγο για το μεγάλο αυτό σημείο. Λίγο αργότερα έφτασε στη Λύδδη και η ίδια η Θεοτόκος, για να δει τον ναό και τους πιστούς που είχαν συναχθεί. Ευφράνθηκε από τη συγκέντρωση των πιστών, ευλόγησε την εικόνα και της χάρισε τη δύναμη να επιτελεί θαύματα. Πολλά χρόνια αργότερα ανέβηκε στον θρόνο των Καισάρων ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, που ξεσήκωσε σκληρό διωγμό κατά της Εκκλησίας.
Μόλις άκουσε για τη θαυματουργή εικόνα της Λύδδης, έστειλε εκεί έναν συγγενή του, με την εντολή να εξαφανίσει εντελώς την ιερή μορφή. Οι μαστόροι έφτασαν στον ναό με κοφτερά εργαλεία και άρχισαν με μανία να σμιλεύουν τον στύλο. Όμως, όσο πελεκούσαν την πέτρα, τα χρώματα και οι γραμμές δεν χάνονταν. Αντίθετα προχωρούσαν βαθύτερα μέσα στον λίθο και η μορφή της Παναγίας έμενε ολόκληρη και αλώβητη. Κουράστηκαν για πολλή ώρα, αλλά δεν κατάφεραν να σβήσουν τη μορφή της Θεοτόκου.
Η φήμη του παράδοξου αυτού θαύματος απλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την οικουμένη και πλήθος πιστών έτρεχε στη Λύδδη για να προσκυνήσει την αχειροποίητη εικόνα της Θεομήτορος. Πέρασαν αιώνες και έφτασε στους Αγίους Τόπους ο μακάριος Γερμανός, ο μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, για να προσκυνήσει στα ιερά προσκυνήματα. Αφού στάθηκε στα Ιεροσόλυμα και στον Πανάγιο Τάφο, έφτασε και στη Λύδδη και προσκύνησε με κατάνυξη τη θαυματουργή εικόνα. Παρήγγειλε τότε σε έμπειρο αγιογράφο να φιλοτεχνήσει σε ξύλινη σανίδα ένα ακριβές αντίγραφο της αχειροποίητης μορφής.
Όταν παρέλαβε το αντίγραφο, το πήρε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη και το φύλαγε ως ανεκτίμητο θησαυρό, προσευχόμενος καθημερινά μπροστά του. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Αρτεμίου, που ονομάστηκε Αναστάσιος, ο Γερμανός ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο της Βασιλεύουσας. Όταν όμως ανέβηκε στον θρόνο ο Λέων ο Ίσαυρος, φανατικός εικονομάχος, σήκωσε σκληρό διωγμό κατά των Ορθοδόξων. Έδιωξε με ατιμωτικό τρόπο τον άγιο Γερμανό από τον πατριαρχικό θρόνο και τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την έδρα του.
Φεύγοντας ο Πατριάρχης πήρε μαζί του δύο ιερές εικόνες, του Χριστού Σωτήρα και της Θεοτόκου, εκείνη που είχε φέρει από τη Λύδδη. Έγραψε επίσης γράμμα στον Πάπα Ρώμης Γρηγόριο, στο οποίο γνωστοποιούσε τον άδικο διωγμό και την οργή του εικονομάχου βασιλέως. Σφράγισε το γράμμα σε μια κρυφή θήκη της εικόνας του Σωτήρα, σημείωσε την ώρα και την ημερομηνία και ασπάστηκε με δάκρυα την αγία μορφή. Δύο φορές αναφώνησε προς τον Διδάσκαλο και Σωτήρα να σώσει τον εαυτό του και την Εκκλησία από τους διώκτες.
Έπειτα παρέδωσε την εικόνα στη θάλασσα, και εκείνη ταξίδεψε μόνη της, φτάνοντας στην παλαιά Ρώμη μέσα σε μία μόνο νύχτα. Την ίδια νύχτα ο Πάπας Γρηγόριος δέχτηκε από τον Θεό πληροφορία για τον ερχομό της αγίας μορφής. Με την ανατολή του ηλίου κατέβηκε στον Τίβερη με όλον τον κλήρο, κρατώντας λαμπάδες και θυμιατά. Όταν έφτασαν στις εκβολές του ποταμού, αντίκρισαν την εικόνα να βαδίζει επάνω στα κύματα, σαν να περπατούσε πάνω στο νερό. Ο Πάπας ζήτησε δακρυσμένος να ανέβει η εικόνα στα ανάξια χέρια τους, και αμέσως εκείνη υψώθηκε στον αέρα.
Πετώντας σαν πουλί κατέβηκε με μεγαλοπρέπεια στην αγκαλιά του ιεράρχη. Με ψαλμωδίες και ύμνους την περιέφεραν σε όλη την πόλη και την τοποθέτησαν στη μεγάλη εκκλησία του πρωτοκορυφαίου Πέτρου. Άνοιξαν τη θήκη, διάβασαν το γράμμα και δόξασαν τον Θεό για το ολοφάνερο θαύμα. Καθώς οι εικονομάχοι μαινόμενοι έσκιζαν τις εικόνες, τις έριχναν στις φλόγες και τις πετούσαν στις ακαθαρσίες, ο άγιος Γερμανός ένιωσε το τέλος του να πλησιάζει. Έγραψε τότε δεύτερη επιστολή προς τον Πάπα Ρώμης και του γνωστοποίησε όλες τις ανομίες που γίνονταν στην Ανατολή.
Άνοιξε κατόπιν μια θήκη στο ξύλο της εικόνας της Παναγίας της Λύδδης και τοποθέτησε εκεί την επιστολή, σημειώνοντας πάνω της την ακριβή ώρα και ημερομηνία. Ασπάστηκε την εικόνα με πικρό κλάμα και της ζήτησε να φύγει, όχι από τον Ηρώδη στην Αίγυπτο, αλλά από τους θηριώδεις εικονομάχους προς τη Ρώμη. Εκεί οι Ορθόδοξοι θα φύλαγαν τη μορφή της και δεν θα την παρέδιδαν στα χέρια των ασεβών για να την βεβηλώσουν. Με τα λόγια αυτά παρέδωσε την εικόνα στη θάλασσα, ζητώντας να σκεπαστεί το μεγάλο πέλαγος από τη χάρη της Θεοτόκου.
Η εικόνα ταξίδεψε με ταχύτητα μεγαλύτερη από φτερό αετού και έφτασε στη Ρώμη σε μία ημέρα. Ο Πάπας πληροφορήθηκε θαυματουργικά τον ερχομό της και κατέβηκε μαζί με τον κλήρο στις εκβολές του Τίβερη με κεριά και θυμιάματα. Είδαν τότε την εικόνα της Θεοτόκου να πλέει όρθια, σαν να στεκόταν στα νερά, ακριβώς όπως εικονιζόταν επάνω της η Παναγία. Ο Πάπας άπλωσε τα χέρια του προς εκείνη, και η εικόνα ανυψώθηκε μόνη στον αέρα και κατέβηκε γαλήνια στην αγκαλιά του.
Με μεγάλη χαρά την περιέφεραν σε όλη τη Ρώμη και την τοποθέτησαν στο άγιο βήμα του ναού του Αποστόλου Πέτρου. Διάβασαν το γράμμα του αγίου Γερμανού και κατάλαβαν ότι μόνο την προηγουμένη είχε ριχτεί στη θάλασσα. Πέρασαν χρόνια στα οποία οι εικονομάχοι βασιλείς και πατριάρχες λυμαίνονταν την Εκκλησία, μέχρι που χάθηκαν όλοι άδοξα. Στον θρόνο ανέβηκε ο ευσεβής αυτοκράτορας Μιχαήλ, με αντιβασίλισσα τη μητέρα του Θεοδώρα, και η αίρεση εξαφανίστηκε. Τότε στη Ρώμη η εικόνα της Θεοτόκου άρχισε μπροστά σε όλους να κινείται και να σαλεύεται μόνη της, αν και κανείς δεν την άγγιζε.
Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές, τόσο στις ακολουθίες όσο και στη θεία λειτουργία, και προκάλεσε φόβο σε ολόκληρη την πόλη της Ρώμης. Πάπας ήταν τότε ο άγιος Σέργιος, και όλοι αναρωτιόνταν τι σήμαινε αυτό το παράδοξο σημείο. Καθώς ο άγιος Σέργιος τελούσε πανηγυρική λειτουργία μαζί με πολυάριθμο κλήρο στον ναό του Αποστόλου Πέτρου, η εικόνα της Θεοτόκου σαλεύθηκε ξανά με σφοδρότητα. Όλοι έντρομοι άρχισαν να κράζουν με δυνατή φωνή το «Κύριε ελέησον», παρακαλώντας το έλεος του Θεού.
Η κίνηση σταμάτησε για λίγο, αλλά αμέσως η εικόνα σηκώθηκε από τη θέση της και ανυψώθηκε στον αέρα του ναού. Όλοι συγκεντρώθηκαν με αγωνία στο άγιο βήμα και άπλωσαν τα χέρια για να την συγκρατήσουν, μη τυχόν πέσει και συντριβεί. Δεν μπόρεσαν όμως να φτάσουν την εικόνα, γιατί εκείνη πετούσε πολύ ψηλά, βασταζόμενη από αόρατα αγγελικά χέρια. Σιγά σιγά, σαν να διέσχιζε τον ναό, κινήθηκε προς την έξοδο, και ο Πάπας με όλο τον λαό την ακολουθούσαν με δάκρυα και φόβο.
Φτάνοντας στον Τίβερη η εικόνα κατέβηκε στα νερά του και άρχισε να πλέει προς τη θάλασσα. Ο άγιος Σέργιος έκλαιγε και αναφωνούσε προς την Δέσποινα και Βασίλισσα, ρωτώντας πού φεύγει από κοντά τους η θεία Κιβωτός. Φοβόταν μήπως ξεσπάσει και στη Ρώμη παρόμοιος διωγμός με εκείνον της Κωνσταντινουπόλεως, που ανάγκασε αρχικά την εικόνα να φύγει. Όταν η εικόνα χάθηκε στα πέλαγα, ο Πάπας πρόσταξε να καταγραφεί το ολοφάνερο αυτό θαύμα στα χρονικά της Εκκλησίας.
Η αγία εικόνα έπλευσε μόνη της και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, αράζοντας στο λιμάνι κοντά στα ανάκτορα. Ευσεβείς άνδρες την παρέλαβαν με ευλάβεια και την έφεραν στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα, εκείνη που είχε στηρίξει την αναστήλωση. Η βασίλισσα νόμισε αρχικά ότι ήταν μία από τις εικόνες που οι εικονομάχοι έδεναν με πέτρες και έριχναν στη θάλασσα. Σύντομα όμως έφτασαν στη Ρώμη απεσταλμένοι του Μιχαήλ και του πατριάρχη Μεθοδίου με γράμματα προς τον Πάπα.
Τον καλούσαν στην Κωνσταντινούπολη για να συγκληθεί σύνοδος που θα κατεδίκαζε οριστικά την εικονομαχία. Οι απεσταλμένοι του Πάπα έφτασαν αργότερα στη Βασιλεύουσα και αναγνώρισαν αμέσως στη βρεθείσα εικόνα την ίδια που είχε φύγει θαυματουργικά από τη Ρώμη. Σύγκριναν τις καταγραφές των ημερομηνιών και διαπίστωσαν ότι η εικόνα είχε διανύσει την απόσταση μέσα σε μία μόνο ημέρα. Ο πατριάρχης Μεθόδιος μαζί με τον κλήρο, παρόντος του βασιλέως και της συγκλήτου, την μετέφερε με πανήγυρη στη Χαλκοπρατία. Από τότε ονομάστηκε Ρωμαία, και χάριζε αδιάκοπα ιάσεις και θαύματα στους ευλαβείς προσκυνητές της Παναγίας.
Θέλεις να γίνει αυτός ο Βίος Αγίου βίντεο; Πάτησε εδώ για να δεις πληροφορίες και να στηρίξεις τη δημιουργία.
Στήριξη για να γίνει βίντεο
Ο βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Αν θέλετε, μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορείτε να πληρώσετε και με κάρτα, χωρίς να χρειάζεται λογαριασμός PayPal, όπου η επιλογή αυτή είναι διαθέσιμη. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Στηρίξτε αυτόν τον Βίο Αγίου ως βίντεο
Ο Βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυνατότητα πληρωμής με κάρτα χωρίς λογαριασμό PayPal, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του PayPal στη χώρα σας. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Σημείωση: Τα χρήματα βοηθούν στις συνδρομές και στα εργαλεία που πληρώνουν οι δημιουργοί για την παραγωγή του τελικού βίντεο, όπως παραγωγή εικόνων, ηχητική αφήγηση, πλατφόρμες φιλοξενίας και παραγωγής βίντεο. Δεν περιλαμβάνεται ο προσωπικός κόπος των δημιουργών.