Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Όσιος Ιάκωβος και η νύχτα που προσκύνησε τον διάβολο
Ένας μοναχός μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς και έφτασε σε τέτοιες αρετές, ώστε να πιστέψει πως ο ίδιος ο Χριστός θα ερχόταν να τον επισκεφθεί. Όμως μέσα στη σιωπή της νύχτας άνοιξε την πόρτα του κελιού και προσκύνησε με ευλάβεια όχι τον Κύριο, αλλά τον ίδιο τον σατανά. Η ζωή του Οσίου Ιακώβου παραμένει ένα κλασικό παράδειγμα της πλάνης που μπορεί να βρει τον αγωνιστή μοναχό. Δεν γνωρίζουμε ούτε πότε ούτε πού έζησε, όμως η ιστορία του διδάσκει αιώνια.
Απαρνήθηκε τον κόσμο, διαμοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και αφοσιώθηκε στο κήρυγμα του θείου λόγου. Επιδόθηκε σε αυστηρές νηστείες και ολονύκτιες αγρυπνίες, χωρίς όμως να ζητήσει την καθοδήγηση κάποιου έμπειρου γέροντα. Θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να βρει μόνος του τον δρόμο της σωτηρίας, εμπιστευόμενος αποκλειστικά το δικό του θέλημα. Ο κόσμος γύρω του τον έβλεπε να κατορθώνει τόσες αρετές και τον επαινούσε με υπερβολή. Εκείνος όμως, αντί να κλείσει τα αυτιά του στα επικίνδυνα εγκώμια, λησμόνησε τα λόγια της Γραφής που λένε ότι ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερηφάνους.
Έτσι άνοιξε σιγά σιγά την ψυχή του στο πιο ολέθριο πάθος. Η υπερηφάνεια τον τύφλωσε τόσο, ώστε ονειρευόταν τον εαυτό του ως τον μεγαλύτερο γνώστη της οδού του αγιασμού. Καυχιόταν μέσα του πως δεν υστερούσε σε τίποτα από τους μεγάλους αποστόλους και τους αγίους πατέρες. Σε αυτή τη δήθεν τελειότητα ταίριαξε και η ψεύτικη επιφάνεια, η οποία ήρθε να σφραγίσει την πτώση του. Μια νύχτα παρουσιάστηκε ο διάβολος μεταμορφωμένος σε άγγελο φωτός, καθώς προειδοποιεί και ο απόστολος Παύλος.
Του είπε ότι ο Χριστός ευαρεστήθηκε από τους κόπους του και θα ερχόταν εκείνη την ίδια νύχτα να τον ανταμείψει. Τον πρόσταξε να καθαρίσει το κελί του, να ανάψει τα κεριά και να ετοιμάσει θυμίαμα για την αναμενόμενη επίσκεψη. Ο Ιάκωβος πίστεψε αμέσως την απάτη, χωρίς καμία διάκριση και χωρίς καμία δεύτερη σκέψη. Μέσα στη σιγή της νύχτας ακούστηκε κρότος και ο μοναχός έσπευσε να ανοίξει την πόρτα του κελιού του. Έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε ταπεινά εκείνον που νόμιζε για τον Κύριο και Θεό του.
Τότε ο διάβολος τον χτύπησε στο μέτωπο και χάθηκε μαζί με όλη την ψεύτικη μεγαλοπρέπεια. Ο δυστυχισμένος έμεινε ολομόναχος, κλαίγοντας πικρά μέσα στο άδειο και σκοτεινό κελί του. Το πρωί έτρεξε θρηνώντας σε έναν έμπειρο γέροντα, για να εξομολογηθεί το φοβερό πάθημα και τη μεγάλη πτώση του. Πριν προλάβει ο Ιάκωβος να πει την πρώτη λέξη, ο διορατικός γέροντας κατάλαβε τα πάντα από το πρόσωπό του. Του είπε αμέσως ότι έπρεπε να φύγει από εκείνο τον τόπο, γιατί τον είχε εξαπατήσει ο πονηρός εχθρός.
Ο μοναχός έκλαψε πικρά, δέχτηκε την επιτίμηση και υπάκουσε ταπεινά στις σοφές συμβουλές του γέροντα. Εκείνος τον έστειλε σε κοινόβιο μοναστήρι, για να μάθει την υπακοή και να αποκτήσει την ταπεινοφροσύνη. Εκεί άφησε τις υπερβολικές ασκήσεις και υπηρέτησε ως μάγειρας στην τράπεζα της αδελφότητας για επτά ολόκληρα χρόνια. Στη συνέχεια απομονώθηκε ξανά στο κελί του για άλλα επτά χρόνια, εργαζόμενος ταπεινά με το εργόχειρο. Τηρούσε πλέον με ευλάβεια τον κανόνα της προσευχής και ακολουθούσε τη στενή και τεθλιμμένη οδό του Κυρίου.
Έτσι ο Θεός τον αποκατέστησε στη χάρη και του χάρισε το διορατικό δώρο της διακρίσεως. Έγινε ικανός να διακρίνει χωρίς πλάνη το αληθινό θέλημα του Θεού, και μάλιστα αξιώθηκε να γίνει και θαυματουργός. Έζησε την υπόλοιπη ζωή του με δικαιοσύνη και βαθιά ταπείνωση, και τελικά κοιμήθηκε ειρηνικά στον Κύριο.