Ο Αγαπητός του Κιέβου και ο Αρμένιος ιατρός
Στο Κίεβο του ενδέκατου αιώνα ζούσε ένας Αρμένιος ιατρός που μόλις έβλεπε έναν βαριά άρρωστο, προέλεγε με ακρίβεια την ημέρα του θανάτου του. Έναν τέτοιο ετοιμοθάνατο, τον πρώτο βογιάρο του μεγάλου πρίγκιπα Βσέβολοντ, τον μετέφεραν στη μονή των Σπηλαίων και ο Αγαπητός τον επανέφερε στη ζωή. Ο μακάριος Αγαπητός καταγόταν από το Κίεβο και ήρθε στον όσιο Αντώνιο των Σπηλαίων, αναζητώντας την ψυχική θεραπεία μέσα από τη μοναχική κουρά. Έγινε μάρτυρας του μεγάλου γέροντα, ο οποίος υπηρετούσε ο ίδιος τους αρρώστους και τους θεράπευε με την προσευχή του.
Για να κρύψει το χάρισμα, ο Αντώνιος έδινε στους ασθενείς βότανα από το φαγητό του σαν να ήταν φάρμακο. Βλέποντας αυτή τη ζωή, ο Αγαπητός άρχισε να μιμείται τον άγιο γέροντα με ζήλο για πολλά χρόνια. Όταν αρρώσταινε κάποιος αδελφός, εγκατέλειπε το άδειο κελί του και έτρεχε κοντά του με αγάπη. Τον σήκωνε, τον ξάπλωνε, τον μετέφερε στα χέρια του και παρακαλούσε ασταμάτητα τον Θεό για τη θεραπεία του. Έτσι αξιώθηκε ο μακάριος Αγαπητός να γίνει συμμέτοχος της ίδιας χάριτος με τον δάσκαλό του.
Με την προσευχή του θεράπευε όλους τους αρρώστους, δίνοντάς τους τα ταπεινά βότανα που μαγείρευε ο ίδιος για τροφή του στο κελί. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο τον αποκάλεσαν ιατρό και η φήμη του απλώθηκε σε ολόκληρη την πόλη του Κιέβου. Πλήθος ασθενών έφταναν στη μονή των Σπηλαίων και αναχωρούσαν υγιείς, δοξάζοντας τον Θεό για το θαύμα. Ο Αρμένιος ιατρός, πληγωμένος από τον φθόνο, άρχισε να λοιδορεί τον μακάριο και έστησε σκευωρία εναντίον του. Έστειλε στο μοναστήρι έναν μελλοθάνατο, ο οποίος όφειλε να πιει δηλητήριο μπροστά στον Αγαπητό και να πεθάνει.
Ο όσιος, βλέποντας τον άνθρωπο να σβήνει, του έδωσε με προσευχή το ταπεινό του βότανο και τον γλίτωσε από τον βέβαιο θάνατο. Ο Αρμένιος εξοργίστηκε ακόμη περισσότερο και έπεισε τους ομοθρήσκους του να δώσουν στον ίδιο τον Αγαπητό ποτό με θανατηφόρο δηλητήριο. Ο μακάριος όμως δέχτηκε το ποτήρι και έμεινε εντελώς αβλαβής, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου για τους πιστούς δούλους του. Έτσι φανερωνόταν συνεχώς η δύναμη του Θεού στη ζωή του αναργύρου ιατρού.
Κάποτε αρρώστησε βαριά στο Τσέρνιγκωφ ο πρίγκιπας Βλαδίμηρος Μονομάχος και ο Αρμένιος ιατρός δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει με κανέναν τρόπο. Φτάνοντας στα πρόθυρα του θανάτου, ο πρίγκιπας παρακάλεσε τον ηγούμενο Ιωάννη να στείλει τον μακάριο Αγαπητό στην πόλη του για θεραπεία. Ο όσιος όμως αρνήθηκε με ταπείνωση να βγει από την πύλη της μονής, επειδή απέφευγε κάθε ανθρώπινη δόξα μέχρι την τελευταία του πνοή. Ζήτησε μάλιστα να αναχωρήσει σε άλλη χώρα, αν τον πίεζαν να μετακινηθεί έξω από τα τείχη της μετάνοιάς του.
Έδωσε όμως στον απεσταλμένο του πρίγκιπα λίγα βότανα από τη φτωχή τροφή του με την προσευχή του. Ο Βλαδίμηρος τα γεύτηκε και θεραπεύτηκε αμέσως, δοξάζοντας τον Θεό και τον δούλο του. Έπειτα ο ίδιος ο πρίγκιπας ήρθε στη μονή των Σπηλαίων, θέλοντας να δει και να τιμήσει τον ευεργέτη του με πλούσια δώρα. Ο Αγαπητός όμως κρύφτηκε από την ανθρώπινη δόξα και ο πρίγκιπας παρέδωσε τον χρυσό στον ηγούμενο της μονής. Αργότερα έστειλε έναν βογιάρο με πολλά δώρα ξανά, ζητώντας τουλάχιστον να τα δεχτεί ο γέροντας στο κελί του.
Ο μακάριος είπε στον απεσταλμένο ότι ποτέ δεν έπαιρνε τίποτε για τις θεραπείες, διότι θεράπευε με τη δύναμη του Χριστού. Όταν όμως ο βογιάρος επέμεινε για να παρηγορηθεί ο πρίγκιπας, ο όσιος πήρε δήθεν με χαρά τον χρυσό. Συμβούλεψε όμως τον Βλαδίμηρο να μοιράσει όλο τον πλούτο του στους φτωχούς, γιατί τίποτε δεν παίρνει ο άνθρωπος μαζί του στην αιωνιότητα. Βγαίνοντας από το κελί δήθεν για να κρύψει τα δώρα, τα πέταξε έξω από την πύλη και έφυγε ο ίδιος, χάνοντας τα ίχνη του.
Ο βογιάρος βρήκε τα δώρα στο χώμα, τα παρέδωσε στον ηγούμενο Ιωάννη και διηγήθηκε όσα είδε και άκουσε στον πρίγκιπα. Όλοι κατάλαβαν τότε ότι ο Αγαπητός ήταν αληθινός δούλος του Θεού, ο οποίος αναζητούσε αμοιβή μόνο από τον ουρανό. Ο πρίγκιπας Βλαδίμηρος υπάκουσε στα λόγια του οσίου και άρχισε να μοιράζει πλούσια ελεημοσύνη στους πτωχούς. Μετά από πολλούς αγώνες και κόπους αρρώστησε και ο ίδιος ο ανάργυρος γέροντας στο φτωχό του κελί. Όταν το έμαθε ο Αρμένιος ιατρός, ήρθε να τον επισκεφθεί και άρχισε να μιλά μαζί του για την ιατρική τέχνη με περιφρόνηση.
Ο Αρμένιος εξέτασε τον άρρωστο γέροντα και διαβεβαίωσε με τόλμη ότι σε τρεις ημέρες θα έφευγε από τη ζωή. Ορκίστηκε μάλιστα πως αν διαψευστεί η πρόβλεψή του, θα άλλαζε ολόκληρη τη ζωή του και θα γινόταν Ορθόδοξος μοναχός. Ο μακάριος Αγαπητός του απάντησε ότι ο Κύριος του είχε φανερώσει πως θα έφευγε προς αυτόν μετά από τρεις ολόκληρους μήνες. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έφεραν στο κελί έναν άρρωστο από το Κίεβο για θεραπεία. Ο όσιος σηκώθηκε αμέσως με τη βοήθεια του Θεού, σαν να μην ήταν καθόλου άρρωστος.
Πήρε το συνηθισμένο του βότανο, το έδειξε στον Αρμένιο και θεράπευσε τον ασθενή με την προσευχή του. Όταν προσκάλεσε τον ξένο ιατρό να γευτεί μαζί του το βότανο, εκείνος αρνήθηκε επικαλούμενος τη νηστεία της αιρέσεώς του. Τότε ο μακάριος τον έδιωξε αυστηρά από το κελί ως αλλόθρησκο και ασεβή. Ο όσιος Αγαπητός έζησε ακριβώς τρεις μήνες, όπως είχε προείπει, και κοιμήθηκε εν ειρήνη. Οι αδελφοί έθαψαν το τίμιο σώμα του στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου με ψαλμωδίες.
Έτσι ο επίγειος ανάργυρος ιατρός παρέλαβε τη μεγάλη ουράνια αμοιβή, στον τόπο όπου δεν υπάρχει πια καμία αρρώστια ούτε πόνος. Μετά την κοίμηση του οσίου, ο Αρμένιος ιατρός κατέφθασε στη μονή των Σπηλαίων και ζήτησε από τον ηγούμενο να τον δεχτεί στη χορεία των μοναχών. Ομολόγησε ότι εγκαταλείπει για πάντα την αρμενική αίρεση και πιστεύει αληθινά στον Κύριο Ιησού Χριστό από εκείνη την ώρα. Διηγήθηκε επίσης ότι ο μακάριος Αγαπητός είχε εμφανιστεί στον ίδιο και του είχε υπενθυμίσει τον επίσημο όρκο του.
Πρόσθεσε ακόμη ότι ο όσιος είχε τη δύναμη να ζήσει και τρία ολόκληρα χρόνια, αν το ήθελε ο ίδιος. Πίστευε όμως ότι ο άγιος προτίμησε να μεταβεί στη Βασιλεία των ουρανών, για να συναναστραφεί με τους ευλογημένους. Ο ηγούμενος Ιωάννης άκουσε με συγκίνηση τον Αρμένιο και τον έκειρε μοναχό μέσα στη μονή με ευλάβεια. Έπειτα τον νουθέτησε για πολύ καιρό, ώστε ο ιατρός των σωμάτων να γίνει και έμπειρος θεραπευτής της δικής του ψυχής. Ο πρώην αιρετικός αγωνίστηκε θεάρεστα στη μετάνοια και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στη μονή των Σπηλαίων. Εκεί δέχτηκε μακάρια κοίμηση και παρέδωσε την ψυχή του στον αληθινό ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Έτσι ο όσιος Αγαπητός θεράπευσε και την ασθένεια της ψυχής του αντιπάλου του, οδηγώντας τον στον δρόμο της σωτηρίας.