Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Φιλόθεος ο Φωτιστής της Σιβηρίας
Σχεδόν τετρακόσιες χιλιάδες ειδωλολάτρες της Σιβηρίας οδηγήθηκαν στην πίστη του Χριστού από έναν ιεραπόστολο που ταξίδευε μέσα σε στέπες, βάλτους, τάιγκα και παγωμένη τούνδρα. Κάποτε μάλιστα ένας Οστιάκος αρχηγός πυροβόλησε εναντίον του, όμως η σφαίρα πέρασε μόνο από τα ράσα του, χωρίς να αγγίξει το σώμα του. Ο Άγιος Φιλόθεος καταγόταν από ευγενή αλλά φτωχή οικογένεια και σπούδασε στη φημισμένη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Χειροτονήθηκε ιερέας σε χωριό, σύντομα όμως χήρεψε και έγινε μοναχός στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου.
Όταν ο Μέγας Πέτρος αναζητούσε αρχιερέα για τη χηρεύουσα μητρόπολη του Τομπόλσκ, ο επιλεγμένος Άγιος Δημήτριος του Ροστόβ αρνήθηκε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Σιβηρία. Έτσι ο φιλομαθής και δραστήριος Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Λεστσίνσκι χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Σιβηρίας και Τομπόλσκ την τέταρτη Ιανουαρίου του χίλια επτακόσια δύο. Η επαρχία του ήταν τότε απίστευτα τεράστια, με όρια από τον Αρκτικό Ωκεανό μέχρι τα Ουράλια και την Κίνα. Ο νέος ποιμένας ανέλαβε με ζήλο μια αποστολή που έμοιαζε ανθρωπίνως αδύνατη να φέρει εις πέρας.
Μέσα στον πρώτο χρόνο της παρουσίας του στη Σιβηρία, ο Φιλόθεος συγκάλεσε στο Τομπόλσκ πνευματική σύνοδο του τοπικού κλήρου τον Δεκέμβριο. Από αυτή τη σύναξη βγήκαν κανόνες και οδηγίες που οργάνωσαν για πρώτη φορά το ποιμαντικό έργο μιας τόσο αχανούς εκκλησιαστικής περιφέρειας. Στη συνέχεια ο Άγιος αφιερώθηκε στην ανέγερση νέων ναών και στην αύξηση του κλήρου, φροντίζοντας πάντοτε για τη μόρφωση των πιστών. Με δικά του χρήματα ίδρυσε μια σλαβορωσική σχολή στο επισκοπικό μέγαρο, που αποτέλεσε τον πρόγονο όλων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της πόλης του Τομπόλσκ.
Έφερε λόγιους μοναχούς από το Κίεβο ως δασκάλους και ο ίδιος δίδασκε τα παιδιά των αλλοφύλων στις θρησκευτικές σχολές που οργάνωσε. Όταν ανέλαβε τη διοίκηση, σε όλη την επαρχία υπήρχαν μόλις εκατόν εξήντα ναοί στην απέραντη έκτασή της. Όταν αργότερα την άφησε, ο αριθμός τους είχε φτάσει στους τετρακόσιους σαράντα οκτώ, ενώ είχαν προστεθεί και τριάντα επτά νέα μοναστήρια. Φρόντισε επίσης για την ανακαίνιση μονών και επέτρεψε τη συγκρότηση χορού ψαλτών στον καθεδρικό ναό από εξόριστους Μικρορώσους πιστούς.
Το ιεραποστολικό έργο, που υπήρξε ο κύριος καρπός των κόπων του, ολοκληρώθηκε κυρίως μετά την παραίτησή του από τη διοίκηση το χίλια επτακόσια έντεκα. Τότε αποσύρθηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδος του Τιουμέν, όπου έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα με το νέο όνομα Θεόδωρος. Η απόσυρση δεν στάθηκε ποτέ ανάπαυση για τον γέροντα ιεράρχη, αλλά αφορμή για ακόμη σκληρότερους αποστολικούς αγώνες στον σκληρό βορρά της Σιβηρίας. Τον Ιούνιο του χίλια επτακόσια δώδεκα ξεκίνησε το πρώτο μεγάλο ιεραποστολικό του ταξίδι στην περιοχή του Μπερέζοβο, κατά μήκος των ποταμών Ίρτυς, Ομπ και Σόσβα.
Ο τότε ηγεμόνας της Σιβηρίας πρίγκιπας Γκαγκάριν τού παρείχε πλοίο, κωπηλάτες, διερμηνείς και σώμα φρουράς, καθώς και δύο χιλιάδες ρούβλια για τους νεοφώτιστους. Ο Άγιος περιόδευε αδιάκοπα ανάμεσα στους Σαμογιέδους, τους Βογκούλους και τους Οστιάκους, χτίζοντας ναούς στον μακρινό βορρά και στις περιοχές των Κιργίζων του Αλτάι. Έφτασε ακόμη και ως τους Λάπωνες και τους Τσούκτσι, ενισχύοντάς τους πνευματικά αλλά και υλικά. Πολλές φορές η ζωή του κινδύνεψε σοβαρά κατά τη διάρκεια αυτών των αποστολικών οδοιποριών.
Όταν επισκέφθηκε τους Οστιάκους του Μπουρίνσκι, εκείνοι αρνήθηκαν το βάπτισμα και κλείστηκαν μέσα σε μια μεγάλη γιούρτα τους. Με υποκίνηση ενός Τατάρου ιεροκήρυκα όρμησαν με τα όπλα τους εναντίον των Ορθοδόξων ιεραποστόλων, τραυματίζοντας τρεις. Οι άοπλοι Ρώσοι κατέφυγαν τρομαγμένοι στα πλοία και ο Μητροπολίτης έμεινε μόνος στην ακτή, προσευχόμενος για τη συγκράτηση των εχθρών του. Τότε ο αρχηγός Ουμάν τράβηξε εναντίον του τη σκανδάλη και η σφαίρα τρύπησε τα ρούχα του, αλλά ο Θεός διαφύλαξε τον απόστολο της Σιβηρίας αλώβητο.
Σε άλλη περίπτωση, στην Κόντα, ο πρίγκιπας των Βογκούλων Σατύγα ετοίμασε ενέδρα θανάτου μετά από απάτη ενός Τατάρου από το Τομπόλσκ. Οι απεσταλμένοι όμως, αφού έλαβαν γενναιόδωρα δώρα, αποκάλυψαν τη συνωμοσία στον φιλόξενο ιεράρχη. Παρά τις προτροπές πολλών να φύγει αμέσως, εκείνος αποφάσισε να συνεχίσει, για να μη βλαφθεί το έργο του Ευαγγελίου, και οι Βογκούλοι τελικά βαπτίστηκαν με χαρά. Ο Άγιος δεν φρόντιζε μόνο για τον φωτισμό των ψυχών, αλλά μεριμνούσε και για τα κοσμικά δικαιώματα όσων δέχονταν τον Χριστό.
Με δικές του ενέργειες, οι νεοβαπτισμένοι δούλοι λάμβαναν την ελευθερία τους, ενώ απαλλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο και από την υποχρέωση να παρέχουν άμαξες. Τους προστάτευε από τις προσβολές και τις αυθαιρεσίες των Κοζάκων και μικρών αξιωματούχων, ενώ μοίραζε ψωμί και χρήματα στους φτωχούς νεοφώτιστους. Οι αλλόφυλοι αγαπούσαν τον Μητροπολίτη σαν πατέρα και τον υποδέχονταν με δάκρυα χαράς όταν τους επισκεπτόταν. Έλεγαν συχνά για εκείνον: «Ήταν ένας καλόκαρδος γέροντας, δεν πρόσβαλε κανέναν και αγαπούσε πολύ τους Οστιάκους».
Το χίλια επτακόσια δεκαπέντε αναγκάστηκε να αναλάβει ξανά τη διοίκηση της επαρχίας μετά την κοίμηση του Μητροπολίτη Ιωάννη Μαξίμοβιτς. Όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε την αγαπημένη του ιεραποστολή στους Οστιάκους και τους Βογκούλους. Έναν χρόνο πριν την κοίμησή του, παρότι ασθενής και ηλικιωμένος, ταξίδεψε ξανά στα μέρη του Ομπντόρσκ. Επρόκειτο για την τελευταία αποστολική του οδοιπορία στη γη της Σιβηρίας. Το χίλια επτακόσια είκοσι ο Τσάρος Πέτρος ο Πρώτος του παραχώρησε τιμητικά σύνταξη με δική του επιστολή, ευχαριστώντας τον για την ακάματη ποιμαντική και ιεραποστολική του διακονία.
Ο εξαντλημένος αρχιερέας εγκαταστάθηκε τότε στη Μονή του Τιουμέν, την οποία είχε ο ίδιος θεμελιώσει με κόπους και προσευχές. Εκοιμήθη εν Κυρίω την τριακοστή πρώτη Μαΐου του χίλια επτακόσια είκοσι επτά, σε ηλικία εβδομήντα έξι ετών, ανάμεσα στους αδελφούς και στα πνευματικά τέκνα του. Σύμφωνα με τα σωζόμενα πορτρέτα και τις περιγραφές, ήταν ψηλός, αδύνατος, με μακριά μύτη και γκρίζα μαλλιά. Το Σιβηρικό Χρονικό του Τσερεπάνοφ τον περιγράφει ως ήσυχο, εξαιρετικά επιεική και με ελάχιστη ματαιοδοξία.
Ο βίος του υπήρξε δραστήριος και απλός, αφού συχνά πορευόταν με τα πόδια στο Τομπόλσκ και ψάρευε στον ποταμό Σαντάλυνε. Στις λίγες ελεύθερες ώρες του δίδασκε στα παιδιά των νεοφωτίστων ανάγνωση, γραφή και ψαλμωδία, ενώ συνέθετε και εκκλησιαστικούς ύμνους. Συνέγραψε μάλιστα τροπάρια για τον θαυματουργό Άγιο Συμεών του Βερχοτούριε και κανόνα για τον μάρτυρα Βασίλειο της Μαγγαζέας. Έγραφε ιδιοχείρως πολλά έγγραφα, ιδιαίτερα εκείνα που αφορούσαν τους νεοφώτιστους και τα εκκλησιαστικά κτήματα του.
Η μνήμη του ευλαβούς αρχιερέα παρέμεινε ζωντανή στις καρδιές των Σιβηριανών και των ντόπιων λαών για πολλούς αιώνες μετά την κοίμησή του. Πιστοί, όχι μόνο από το Τιουμέν αλλά και από άλλες περιοχές της Σιβηρίας, επισκέπτονταν τον τάφο του και τελούσαν με ευλάβεια μνημόσυνα στη μνήμη του. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση τα ιερά λείψανά του τάφηκαν μυστικά, ώστε να προφυλαχθούν από τη βεβήλωση των διωκτών της πίστεως. Στις είκοσι μία Οκτωβρίου του δύο χιλιάδες έξι τα άφθαρτα λείψανά του βρέθηκαν στο Τιουμέν, μέσα στον ναό της Αναλήψεως και του Αγίου Γεωργίου, επιβεβαιώνοντας την αγιότητά του.
Η μνήμη του τιμάται την τριακοστή πρώτη Μαΐου και επίσης τη δεκάτη Ιουνίου, κατά τη Σύναξη όλων των Αγίων της Σιβηρίας. Από τους νεοφώτιστους θεωρήθηκε ευεργέτης, προστάτης και άνθρωπος σταλμένος από τον ίδιο τον Θεό. Ο φωτιστής αυτός των απέραντων στεππών και των παγωμένων δασών παραμένει για την Εκκλησία υπόδειγμα ακάματου αποστόλου και ποιμένα. Στο πρόσωπό του βλέπουμε πώς η αγάπη του Χριστού νικά τις αποστάσεις, τους κινδύνους και κάθε ανθρώπινη αδυναμία της ασθενικής σαρκός.