Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Όσιος Ισαάκιος και η Πτώση του Αυτοκράτορα Ουάλη
Ένας ερημίτης από τη Συρία στάθηκε μπροστά στον αυτοκράτορα Ουάλη, άρπαξε τα χαλινάρια του αλόγου του και του προφήτεψε φρικτό θάνατο μέσα στις φλόγες. Λίγες ημέρες αργότερα, ο ηττημένος αυτοκράτορας κάηκε ζωντανός μέσα σε έναν αχυρώνα κοντά στην Αδριανούπολη. Ο Όσιος Ισαάκιος καταγόταν από τη Συρία και ασκήτευε στην έρημο της Ανατολής, μιμούμενος τη ζωή των μεγάλων προφητών. Όταν ξέσπασε ο διωγμός του Ουάλη εναντίον των ορθοδόξων, οι ναοί κλείδωσαν, άλλοι μετατράπηκαν σε στάβλους και άλλοι γκρεμίστηκαν από τα θεμέλια.
Ο όσιος εγκατέλειψε τότε την ησυχία της ερήμου και ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη. Ήθελε να στηρίξει τους πιστούς και να αντισταθεί στους οπαδούς της αρειανικής πλάνης. Εκείνη την εποχή, οι Γότθοι κατέβηκαν από τις όχθες του Δούναβη, κατέλαβαν τη Θράκη και απείλησαν την ίδια την πρωτεύουσα. Ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να συγκεντρώσει τα στρατεύματά του και να βαδίσει εναντίον των βαρβάρων. Καθώς ο Ουάλης έβγαινε από την πόλη με τα τάγματα, ο όσιος όρμησε μπροστά του και τον ικέτευσε με δυνατή φωνή.
Του ζήτησε να ανοίξει ξανά τις εκκλησίες των ορθοδόξων, ώστε ο Κύριος να ευλογήσει την εκστρατεία και να του χαρίσει τη νίκη. Ο αυτοκράτορας περιφρόνησε τον γέροντα και προχώρησε με αλαζονεία τον δρόμο του, σαν να μην είχε ακούσει τίποτα. Την επόμενη ημέρα ο ασκητής στάθηκε πάλι μπροστά του και επανέλαβε με τόλμη την ίδια προφητική προτροπή. Την τρίτη ημέρα έπιασε τα χαλινάρια του αλόγου και αρνήθηκε να φύγει από τον δρόμο του βασιλιά. Φτάνοντας σε ένα βαθύ φαράγγι γεμάτο αγκάθια και βούρκο, ο εξοργισμένος Ουάλης διέταξε να ρίξουν εκεί τον όσιο για να χαθεί.
Όμως ο Θεός φύλαξε τον δούλο του και έστειλε αγγέλους με λευκά ενδύματα. Δύο φωτεινοί νέοι τον σήκωσαν από τον γκρεμό σώο και τον έβγαλαν στην επιφάνεια ολότελα αβλαβή. Με θαυμαστό τρόπο πρόλαβε ξανά την πομπή του αυτοκράτορα και στάθηκε μπροστά του γεμάτος παρρησία και θείο φωτισμό. Ο Ουάλης τρόμαξε βλέποντάς τον ζωντανό και άκουσε καθαρά τη φοβερή προειδοποίηση. «Άνοιξε τους ναούς για να νικήσεις, αλλιώς δεν θα γυρίσεις πίσω, θα σε κάψουν ζωντανό μέσα στα άχυρα».
Ο αυτοκράτορας σκλήρυνε την καρδιά του και διέταξε τους συγκλητικούς Σατουρνίνο και Βίκτορα να φυλάξουν τον γέροντα στη φυλακή. Στις εννέα Αυγούστου του τριακοσίου εβδομήντα οκτώ, κοντά στην Αδριανούπολη, ο αυτοκρατορικός στρατός συγκρούστηκε με τους Γότθους και υπέστη τρομερή πανωλεθρία. Πολλοί στρατηγοί έπεσαν στη μάχη και ο ίδιος ο Ουάλης τραυματίστηκε βαριά μέσα στη σύγχυση της φυγής. Κατέφυγε με τον αρειανό σύμβουλό του σε έναν αχυρώνα κοντά σε ένα χωριό, ελπίζοντας να ξεφύγει από τους διώκτες.
Οι βάρβαροι όμως ανακάλυψαν το κρησφύγετο και έβαλαν φωτιά από όλες τις πλευρές. Έτσι ο ταλαίπωρος αυτοκράτορας πέθανε καμένος μέσα στις φλόγες, όπως ακριβώς είχε προφητέψει ο όσιος ασκητής. Λίγοι στρατιώτες που γλίτωσαν επέστρεψαν στην πόλη και πήγαν στη φυλακή για να δοκιμάσουν τον γέροντα. Του είπαν με χλευασμό ότι ο βασιλιάς γύριζε και θα ζητούσε ευθύνες για την παράτολμη συμπεριφορά του. Ο όσιος απάντησε ήρεμα ότι από επτά ημέρες έφτανε στα ρουθούνια του η μυρωδιά των καμένων οστών του.
Όταν η είδηση της καταστροφής επιβεβαιώθηκε, ο Ισαάκιος ελευθερώθηκε και ολόκληρη η πόλη τον τιμούσε ως αληθινό προφήτη. Στη συνέχεια ανέβηκε στον θρόνο ο Θεοδόσιος ο Μέγας και άκουσε με σεβασμό όσα του διηγήθηκαν για τον γέροντα. Ο νέος αυτοκράτορας κάλεσε τον όσιο με μεγάλη τιμή και ζήτησε ταπεινά τις ευχές του για όλη την αυτοκρατορία. Ακολουθώντας τις συμβουλές του, εξόρισε τους αρειανούς από την Κωνσταντινούπολη και παρέδωσε τους ναούς ξανά στους ορθοδόξους.
Ο Ισαάκιος θεώρησε ότι η αποστολή του είχε ολοκληρωθεί και ετοιμαζόταν να γυρίσει στην αγαπημένη του έρημο. Όμως ο Σατουρνίνος και ο Βίκτωρας τον παρακάλεσαν με δάκρυα να μείνει κοντά τους, για να αναζωογονήσει τον μοναχικό βίο. Δέχθηκε τελικά με τον όρο να του χτίσουν ένα ησυχαστήριο σε τόπο απομονωμένο και γαλήνιο, μακριά από τους θορύβους. Ο Σατουρνίνος πρόσφερε ένα κομμάτι γης κοντά στον Ξηρόλοφο και εκεί υψώθηκε το πρώτο κελί του οσίου. Σιγά σιγά συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοί μαθητές και έτσι γεννήθηκε το πρώτο μεγάλο μοναστήρι της πρωτεύουσας.
Με την επιρροή του ιδρύθηκαν και άλλες αδελφότητες μέσα στην πόλη και στα περίχωρα, ξεχωριστά εκείνη του οσίου Υπατίου. Ο γέροντας τις επισκεπτόταν συχνά και τις στήριζε με τη διδασκαλία και το πατρικό του παράδειγμα. Φρόντιζε τους φτωχούς, ζητούσε βοήθεια από τους εύπορους χριστιανούς και χάριζε ακόμη και τα ρούχα του. Έτσι αναδείχθηκε πατέρας πνευματικός όλων των μοναχών της βασιλεύουσας. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο όσιος έζησε με βαθιά ειρήνη μέσα στο μοναστήρι του, παραδομένος στην προσευχή.
Ο Κύριος τον φανέρωσε για την αναχώρησή του και ο γέροντας συγκέντρωσε γύρω του όλους τους αγαπημένους μαθητές του. Τους παρηγόρησε με στοργικά λόγια και τους προέτρεψε να μένουν σταθεροί στην πίστη και στον μοναχικό αγώνα. Όρισε διάδοχό του τον όσιο Δαλμάτιο, έναν ενάρετο μοναχό που σεβόταν όλη η αδελφότητα. Έτσι παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό σε βαθιά γεράματα, με τη γαλήνη που χαρακτηρίζει τους αληθινούς αγίους. Ολόκληρος ο λαός της Κωνσταντινούπολης πένθησε βαθιά για τον χαμό του μεγάλου ομολογητή και θαυματουργού γέροντα.
Στον καθεδρικό ναό τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία από τον ίδιο τον πατριάρχη, μπροστά σε αμέτρητο πλήθος πιστών. Ο Αυρηλιανός, ένας ευσεβής αυλικός και πνευματικός υιός του οσίου, έστειλε στρατιώτες να φυλάξουν το ιερό λείψανο. Το μετέφεραν με τιμές στις κατακόμβες του ναού που ο ίδιος είχε ανεγείρει προς τιμήν του πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Από το όνομα του Δαλματίου, το μοναστήρι ονομάστηκε αργότερα Μονή Δαλμάτων και έγινε φάρος μοναχικής ζωής. Η μνήμη του οσίου Ισαακίου εορτάζεται κάθε χρόνο, υμνώντας τον ακοίμητο φύλακα της ορθόδοξης πίστης.