Θεοδώρα και Δίδυμος, οι μάρτυρες της Αλεξάνδρειας

Εικόνα: Θεοδώρα και Δίδυμος, οι μάρτυρες της Αλεξάνδρειας

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Θεοδώρα και Δίδυμος, οι μάρτυρες της Αλεξάνδρειας

Μια νεαρή παρθένος μπήκε σε πορνείο της Αλεξάνδρειας και βγήκε από εκεί ντυμένη στρατιώτης, ενώ ένας άγνωστος νέος πήρε τη θέση της και πέθανε γι αυτήν. Η αγία Θεοδώρα και ο Δίδυμος μαρτύρησαν μαζί επί Διοκλητιανού, όταν ο έπαρχος Ευστράτιος αναζητούσε χριστιανούς για να τους εξαναγκάσει σε θυσίες. Η Θεοδώρα ήταν νέα κόρη από επιφανή και τίμια οικογένεια της Αλεξάνδρειας, γνωστή για την ομορφιά και την ευγένειά της. Όταν την έσυραν στο δικαστήριο, ομολόγησε χωρίς δισταγμό την πίστη της στον Χριστό.

Ο έπαρχος ρώτησε τον τοπικό άρχοντα Λούκιο και βεβαιώθηκε για την ευγενή της καταγωγή με κάθε λεπτομέρεια. Ύστερα στράφηκε στην κόρη και απαίτησε να εξηγήσει γιατί δεν είχε ακόμη παντρευτεί όπως οι άλλες. Εκείνη απάντησε ότι αρνήθηκε τον γάμο για χάρη του Χριστού, ο οποίος έγινε άνθρωπος από την Παναγία και χάρισε ζωή αιώνια. Είχε αποφασίσει να φυλάξει την παρθενία της μέχρι την τελευταία της πνοή. Ο Ευστράτιος την απείλησε ανοιχτά ότι θα την έστελνε σε οίκο ανοχής, αν δεν υποτασσόταν στους θεούς της αυτοκρατορίας.

Η κόρη δεν λύγισε, αλλά ομολόγησε ότι ο Θεός βλέπει την προαίρεση της καρδιάς πριν από κάθε τι άλλο. Η αγία απάντησε ότι ο Θεός γνωρίζει τους λογισμούς και δέχεται την επιθυμία ως έργο τετελεσμένο μέσα στην ψυχή. Αν την έστελναν σε πορνείο με τη βία, αυτό δεν θα ήταν μοιχεία αλλά καθαρό μαρτύριο για το σώμα της. Πρόσθεσε ότι ο Κύριος ήταν δυνατός να της κρατήσει την αγνότητα ακέραιη, αν εκείνος το ήθελε στην ώρα της δοκιμασίας. Ο δικαστής της έδωσε τρεις ημέρες προθεσμία, ελπίζοντας ότι η σκέψη της φρικτής ντροπής θα την κάμψει.

Όμως η Θεοδώρα δήλωσε ότι ούτε τρεις ημέρες ούτε περισσότερες θα άλλαζαν την απόφαση και την αγάπη της για τον Χριστό. Μετά τη φυλάκιση οδηγήθηκε ξανά στο βήμα και βρέθηκε εξίσου σταθερή στην ομολογία της πίστης. Τότε ο Ευστράτιος διέταξε αμέσως να την σύρουν στον τόπο της ατίμωσης για να σπάσει η αντοχή της. Καθώς την οδηγούσαν, η αγία προσευχόταν στον Χριστό, που είχε ημερέψει τα θηρία μπροστά στην αγία Θέκλα παλαιότερα. Παρακαλούσε επίσης τον Θεό που έσωσε τη Σωσάννα από τα χέρια των άνομων πρεσβυτέρων να φυλάξει και αυτήν την ίδια.

Ζητούσε να μην μολυνθεί ο ναός του σώματός της, ο οποίος ήταν αφιερωμένος μόνο σε εκείνον. Έξω από το σπίτι της ντροπής στέκονταν οι άσωτοι νέοι και μάλωναν φωνάζοντας ποιος θα έμπαινε πρώτος στην κόρη. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή ένας νεαρός με ρωμαλέο σώμα και στρατιωτική στολή πλησίασε και τους διασκόρπισε όλους με αυστηρό ύφος. Ήταν ο χριστιανός Δίδυμος, που με θεϊκή φώτιση φόρεσε στολή στρατιώτη και μπήκε δήθεν για αμαρτία. Στην πραγματικότητα είχε έρθει για να σώσει την παρθενία της αγίας από τα χέρια των ακολάστων που περίμεναν απέξω.

Η Θεοδώρα τον είδε και ταράχτηκε, αλλά εκείνος αμέσως την καθησύχασε με αδελφικά και ήρεμα λόγια αγάπης. Της είπε ότι έξω φαινόταν λύκος, μα στην ουσία ήταν αμνός και αδελφός της στην αγία πίστη. Πρότεινε να αλλάξουν ρούχα, ώστε εκείνη να φύγει με τη στολή του στρατιώτη και να σωθεί απαρατήρητη. Ο ίδιος θα φορούσε τα γυναικεία της ενδύματα και θα δεχόταν το μαρτύριο ως αληθινός στρατιώτης του Χριστού. Η αγία κατάλαβε ότι ο Δίδυμος είχε σταλεί από τον Θεό για να σώσει το αφιερωμένο της σώμα.

Συμφώνησε στην ανταλλαγή και βγήκε με σκυμμένο πρόσωπο, σαν ντροπιασμένη γυναίκα, προς το πατρικό της δοξάζοντας τον Σωτήρα Χριστό. Λίγο αργότερα μπήκε στο σπίτι κάποιος νέος κυριευμένος από ακάθαρτο πάθος για την κόρη και αναζητούσε με βιάση τη Θεοδώρα. Αντί για παρθένο όμως βρήκε μπροστά του έναν άντρα ντυμένο γυναικεία και φώναξε με τρόμο και απορία. Είπε ότι είχε ακούσει πως ο Χριστός κάποτε μετέβαλε το νερό σε κρασί κατά τους χριστιανούς της πόλης.

Τώρα όμως έβλεπε με τα μάτια του ότι ο ίδιος Χριστός μετέβαλε το γυναικείο φύλο σε ανδρικό. Έτρεξε στους φίλους του και τους φώναζε να φύγουν, μήπως τυχόν τους μεταμορφώσει και αυτούς σε γυναίκες. Όλα αναγγέλθηκαν αμέσως στον δικαστή Ευστράτιο, ο οποίος διέταξε να φέρουν τον Δίδυμο μπροστά στο βήμα. Ο μάρτυρας ομολόγησε ευθέως ότι είναι δούλος του Ιησού Χριστού και αποκάλυψε το όνομά του. Είπε ότι έδωσε τα ρούχα του στη Θεοδώρα, για να γλιτώσει από τα χέρια των άσωτων ανδρών της πόλης.

Ο έπαρχος τον ρώτησε ποιος τον δίδαξε τέτοιο τόλμημα και εκείνος απάντησε ότι ο Χριστός. Ο δικαστής τότε ζήτησε να μάθει πού βρισκόταν η κόρη, για να την συλλάβει αμέσως. Ο Δίδυμος δεν αποκάλυψε τίποτε, μόνο επαίνεσε την πίστη και την αγνότητα της παρθένου του Κυρίου. Ο έπαρχος γέμισε οργή και πρόσταξε να αποκεφαλίσουν τον Δίδυμο και το σώμα του να ριχθεί στη φωτιά. Ο άγιος δέχτηκε με χαρά την απόφαση και δοξολόγησε τον Θεό, που έσωσε τη Θεοδώρα και τον αξίωνε του στεφάνου του μάρτυρα.

Καθώς τον οδηγούσαν έξω από την πόλη στον τόπο της εκτέλεσης, η Θεοδώρα έμαθε το γεγονός και έτρεξε αμέσως πίσω του. Έφτασε στον τόπο της σφαγής και άρχισε να φιλονικεί μαζί του για το στεφάνι, με αγάπη και θερμότητα ψυχής. Του είπε ότι αυτή είχε συλληφθεί πρώτη, αυτή είχε δικαστεί πρώτη και δικαιωματικά της ανήκε ο θάνατος. Παρακαλούσε τον φίλο της να φύγει ζωντανός, αφού της είχε ήδη χαρίσει τη μεγαλύτερη δωρεά της αγνότητας. Δεν ήθελε να γίνει αιτία του θανάτου του, ούτε να αρπάξει εκείνος το στεφάνι που είχε αρχίσει να πλέκει η ίδια.

Ο Δίδυμος της απάντησε με γλυκύτητα ότι ο Κύριος που τη φύλαξε μία φορά μπορούσε να τη φυλάει για πάντα. Ο ίδιος ήταν ήδη καταδικασμένος και ήθελε να ξεπλύνει με το αίμα του τις αμαρτίες της ψυχής του. Τελικά αποκεφαλίστηκαν και οι δύο, και τα σώματα παραδόθηκαν στη φλόγα, λαμβάνοντας μαζί τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.

Το διάβασαν11μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Μάρτυρες

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.