Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο πανδοχέας της Άγκυρας και οι επτά παρθένες
Στην Άγκυρα της Γαλατίας ένας πανδοχέας μετέτρεψε το κατάλυμά του σε κρυφή εκκλησία, όπου τελούνταν η Θεία Λειτουργία την εποχή του διωγμού. Ο ίδιος αυτός Θεόδοτος ανέσυρε από τη λίμνη επτά πνιγμένες παρθένες και τις ενταφίασε μέσα στη νύχτα. Ο Άγιος Θεόδοτος έζησε στα τέλη του τρίτου και στις αρχές του τέταρτου αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού. Καταγόταν από την Άγκυρα της Γαλατίας και ήταν νυμφευμένος, οικογενειάρχης, με χήρα και ορφανά που άφησε πίσω του.
Διατηρούσε πανδοχείο μέσα στην πόλη και ασκούσε το επάγγελμα του πανδοχέα με τιμιότητα και ευσέβεια. Αν και ζούσε μέσα στον γάμο, αγωνιζόταν σκληρά για την καθαρότητα της ψυχής και του σώματος. Με τη νηστεία, την εγκράτεια και την προσευχή υπέταξε τη σάρκα στο πνεύμα και έγινε διδάσκαλος σωφροσύνης για πολλούς. Μοίραζε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και δεχόταν στο σπίτι του όσους είχαν ανάγκη παρηγοριάς. Με τα λόγια του και το παράδειγμά του οδήγησε στον Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες και Ιουδαίους της περιοχής.
Είχε λάβει επίσης από τον Θεό το χάρισμα της ίασης και θεράπευε αρρώστους με την προσευχή του. Όταν ο σκληρός ηγεμόνας Θεότεκνος ανέλαβε τη διοίκηση της Άγκυρας, υποσχέθηκε στον αυτοκράτορα να εξαλείψει εντελώς τον χριστιανισμό από την περιοχή. Μόλις έφτασε στην πόλη, οι χριστιανοί κατέφυγαν στα βουνά και στις ερημιές για να γλιτώσουν. Οι αγγελιοφόροι του διέταζαν παντού την κατεδάφιση των ναών και τη σύλληψη όσων ομολογούσαν το όνομα του Χριστού.
Τα σπίτια λεηλατούνταν, οι άντρες και οι γυναίκες σύρονταν στα ειδωλολατρικά θυσιαστήρια ή στις φυλακές. Πολλοί ιερείς εγκατέλειψαν τους ναούς από φόβο και οι πόρτες των εκκλησιών έμειναν ορθάνοιχτες. Μετά τη λεηλασία ήρθε και η πείνα, που γινόταν εξίσου βαριά με τα ίδια τα μαρτύρια. Όσοι κρύβονταν στα όρη έτρωγαν ρίζες και άγρια χόρτα για να επιβιώσουν. Ο Θεόδοτος όμως δεν φοβήθηκε καθόλου τους κινδύνους και άρχισε να εργάζεται αδιάκοπα για τους αδελφούς του.
Φιλοξενούσε στο πανδοχείο όσους διώκονταν και έθαβε κρυφά τα λείψανα των μαρτύρων που πετούσαν οι ειδωλολάτρες. Αγόραζε αιχμαλώτους από τους στρατιώτες, για να τους χαρίσει χριστιανική ταφή. Το πανδοχείο του έγινε καταφύγιο, νοσοκομείο, σχολείο πίστης και ναός προσευχής για τους κατατρεγμένους χριστιανούς της Άγκυρας. Όταν ο Θεότεκνος διέταξε να ραντιστούν με ειδωλόθυτο αίμα τα τρόφιμα στις αγορές, οι χριστιανοί έμειναν χωρίς καθαρό ψωμί και κρασί για τη Θεία Λειτουργία.
Τότε ο Θεόδοτος μοίρασε από τα δικά του αποθέματα σιτάρι και κρασί στους πιστούς. Το πανδοχείο του έμοιαζε με την κιβωτό του Νώε, μέσα στην οποία σώθηκε όλη η Εκκλησία της πόλης. Στο σπίτι του τελούσαν την αναίμακτη θυσία οι ιερείς που είχαν απομείνει πιστοί. Στην ίδια εποχή ζούσαν στην πόλη επτά ευλαβείς παρθένες, αφιερωμένες από νεαρή ηλικία στον αθάνατο Νυμφίο Χριστό. Λέγονταν Τεκούσα, Αλεξάνδρα, Κλαυδία, Φαεινή, Ευφρασία, Ματρώνα και Ιουλία και είχαν φτάσει σε προχωρημένη ηλικία μέσα στη νηστεία και την προσευχή.
Η μεγαλύτερη από αυτές, η Τεκούσα, ήταν θεία του Αγίου Θεοδότου και τον είχε αναθρέψει σαν δεύτερη μητέρα. Συνελήφθησαν ως χριστιανές και ομολόγησαν με θάρρος την πίστη τους μπροστά στον ηγεμόνα. Παραδόθηκαν σε ακόλαστους νέους για να τις ατιμάσουν, αλλά η Τεκούσα έπεσε στα πόδια ενός νεαρού. Σήκωσε το κάλυμμα και του έδειξε τα άσπρα της μαλλιά μιλώντας του για τη γερασμένη μάνα του. Οι νέοι συγκινήθηκαν, έκλαψαν και απομακρύνθηκαν, χωρίς να αγγίξουν καμία από τις παρθένες του Χριστού.
Τότε ο Θεότεκνος τις διέταξε να γίνουν ιέρειες της Άρτεμης και να πλύνουν τα είδωλα στη λίμνη της πόλης. Ήρθε η ημέρα της πομπής, με σάλπιγγες και κύμβαλα, μέσα σε μεγάλη χαρά των ειδωλολατρών. Οι παρθένες σύρθηκαν γυμνές μπροστά στα είδωλα, για χλεύη και διασκέδαση του πλήθους. Έδεσαν βαριά πέτρα στον λαιμό κάθε μιας και τις έριξαν στα βαθιά νερά της λίμνης. Ο Θεόδοτος προσευχόταν εκείνες τις ώρες κλεισμένος σε φιλικό σπίτι, μαζί με τους συγγενείς και τους πιστούς του φίλους.
Έπεσε στη γη και ζητούσε από τον Κύριο να στηρίξει τις μάρτυρες στον τελευταίο τους αγώνα. Όταν έμαθε ότι τα σώματα είχαν βυθιστεί, σηκώθηκε και αποφάσισε να ανασύρει τα λείψανα. Την επόμενη νύχτα του φάνηκε στον ύπνο η Τεκούσα και του ζήτησε να τις θάψει με τιμή. Τον προειδοποίησε όμως να φυλαχθεί από προδότη που βρισκόταν ανάμεσα στους συντρόφους του. Μέσα στο σκοτάδι μια λαμπάδα φώτιζε τον δρόμο και ο μάρτυς Σώσανδρος τρόμαξε τους φύλακες της λίμνης.
Οι φρουροί εγκατέλειψαν την όχθη με τρόμο και ένας δυνατός άνεμος απομάκρυνε τα νερά της λίμνης από εκείνη την πλευρά. Τα ιερά σώματα φανερώθηκαν στα μάτια των χριστιανών και κόπηκαν με δρεπάνια τα σχοινιά που τα κρατούσαν. Οι πιστοί τα μετέφεραν στον ναό των Αγίων Πατριαρχών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ και τα ενταφίασαν με δάκρυα και ψαλμωδίες. Όταν ξημέρωσε, διαδόθηκε σε όλη την Άγκυρα ότι τα λείψανα είχαν κλαπεί από τη λίμνη της πόλης. Ο Θεότεκνος και οι ιερείς των ειδώλων κυριεύθηκαν από μανία και άρχισαν να συλλαμβάνουν όποιον χριστιανό συναντούσαν στους δρόμους.
Ανάμεσα στους συλληφθέντες βρέθηκε και ο Πολυχρόνιος, ο συγγενής και φίλος του Θεοδότου. Δεν άντεξε τα φοβερά βασανιστήρια και αποκάλυψε ότι ο πανδοχέας ανέσυρε από τη λίμνη τα σώματα των παρθένων. Οι ειδωλολάτρες έτρεξαν στον τάφο, ξέθαψαν τα τίμια λείψανα και τα έριξαν στις φλόγες της φωτιάς. Ο Θεόδοτος κατάλαβε αμέσως ότι ο Πολυχρόνιος ήταν ο προδότης για τον οποίο μίλησαν οι Άγιοι Πατριάρχες. Συγκέντρωσε τους συγγενείς του και τους ζήτησε να προσευχηθούν για να αξιωθεί τον στέφανο του μαρτυρίου.
Όλη τη νύχτα παρακαλούσε τον Κύριο να σταματήσει ο διωγμός κατά της Εκκλησίας με το δικό του αίμα. Όταν ξημέρωσε, αποχαιρέτησε με δάκρυα τους δικούς του και βάδισε μόνος προς το δικαστήριο της πόλης. Στον δρόμο τον συνάντησαν δύο γνωστοί άρχοντες και τον συμβούλεψαν να κρυφτεί, για να γλιτώσει από τη μανία του ηγεμόνα. Ο Άγιος όμως τους παρακάλεσε να αναγγείλουν οι ίδιοι την παρουσία του στους δικαστές της Άγκυρας. Στάθηκε μπροστά στα όργανα του μαρτυρίου με χαρούμενο πρόσωπο και κοίταξε ατάραχος το αναμμένο καμίνι.
Ο Θεότεκνος του υποσχέθηκε αξιώματα, πλούτη και ιερωσύνη του Απόλλωνα, εάν αρνιόταν τον Χριστό. Ο μάρτυρας απάντησε ξεσκεπάζοντας τις αισχρές πράξεις των ειδωλολατρικών θεών, αναφερόμενος στις διηγήσεις των ίδιων των ποιητών. Στη συνέχεια ομολόγησε με δύναμη τα θαύματα του Κυρίου, την Ανάσταση και την παρουσία Του ανάμεσα στους ανθρώπους. Οργισμένος ο τύραννος διέταξε να τον κρεμάσουν γυμνό και να ξεσχίσουν τις σάρκες του με σιδερένια νύχια. Έπειτα έχυσαν στις πληγές δυνατό ξίδι ανακατεμένο με αλάτι και έκαψαν τα πλευρά του με αναμμένα κεριά.
Ο Άγιος έμενε ακλόνητος και ζητούσε ακόμη πιο σκληρά βασανιστήρια, για να φανερωθεί η δύναμη του Χριστού. Μετά από πολλές ώρες οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή με πληγωμένο και κατάξανθο σώμα από τα χτυπήματα. Δεκαέξι ημέρες αργότερα ο Θεόδοτος βγήκε πάλι μπροστά στον ηγεμόνα και ομολόγησε με την ίδια σταθερότητα τον Κύριο της δόξας. Τον κρέμασαν ξανά στο ξύλο, του άνοιξαν τις παλιές πληγές και τον έσυραν πάνω σε αναμμένα όστρακα. Όλο του το σώμα έγινε μια ανοιχτή πληγή, μόνο η γλώσσα του έμενε ελεύθερη για να δοξάζει τον Σωτήρα.
Ο Θεότεκνος, μη γνωρίζοντας πια ποια βασανιστήρια να εφεύρει, εξέδωσε καταδικαστική απόφαση θανάτου. Έδωσε διαταγή να αποκεφαλιστεί ο μάρτυς και έπειτα να καεί το σώμα του, ώστε να μην το θάψουν οι χριστιανοί. Στον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος ευχαρίστησε τον Κύριο που τον αξίωσε να γίνει πολίτης της ουράνιας πατρίδας. Παρακάλεσε επίσης να σταματήσει ο διωγμός κατά της Εκκλησίας με το δικό του αίμα και προσευχήθηκε για όλους τους πιστούς. Παρηγόρησε τους χριστιανούς που έκλαιγαν και τους υποσχέθηκε ότι θα τους θυμάται μπροστά στον θρόνο του Θεού.
Έσκυψε το κεφάλι κάτω από το ξίφος και τελειώθηκε με τον μαρτυρικό θάνατο. Όταν οι στρατιώτες θέλησαν να κάψουν το σώμα του, σηκώθηκε μεγάλη θύελλα και άστραψε φως ολόγυρά του. Κανείς δεν τόλμησε να αγγίξει τα ξύλα και ο ηγεμόνας διέταξε να φυλάξουν αυστηρά το λείψανο. Από θεία πρόνοια πέρασε από εκείνο το μέρος ο πρεσβύτερος Φρόντων, που είχε στο χέρι του το δαχτυλίδι του Αγίου Θεοδότου. Μετέφερε με τον γάιδαρό του εκλεκτό κρασί από το χωριό Μαλός, χωρίς να γνωρίζει το μαρτύριο του φίλου του.
Όταν πέρασε δίπλα στη σκηνή των φρουρών, το ζώο σκόνταψε και έπεσε στη γη, σαν να σταμάτησε από αόρατη δύναμη. Οι στρατιώτες τον κάλεσαν να ξεκουραστεί κοντά τους και ο ιερέας προσφέρθηκε να τους κεράσει από το κρασί του. Καθώς έπιναν, διηγούνταν στον ξένο όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες ημέρες στην Άγκυρα. Του είπαν για το πνίξιμο των επτά παρθένων, για τον πανδοχέα Θεόδοτο και για τη γενναία στάση του στα μαρτύρια. Όταν αποκοιμήθηκαν μεθυσμένοι, ο Φρόντων πλησίασε με δάκρυα το άγιο σώμα και φίλησε τις πληγές του μάρτυρα.
Πέρασε το δαχτυλίδι του στο δάχτυλο του Αγίου και επιβεβαίωσε ότι εκπληρώνεται η παλιά τους συμφωνία. Φόρτωσε στον γάιδαρο τα τίμια λείψανα και το ζώο πορεύτηκε μόνο του προς το χωριό. Στάθηκε ακριβώς στο ωραίο μέρος που είχε δείξει παλιότερα ο Θεόδοτος και είχε ζητήσει εκεί ναό. Ο πρεσβύτερος συγκέντρωσε τους χριστιανούς, ενταφίασε με τιμές τον μάρτυρα και ύψωσε αργότερα ναό στο όνομά του προς δόξαν Χριστού του Θεού μας.