Κοινοποίηση Βίου Αγίου
θεαγένης ιερομάρτυρας ΑΠΟΤΥΧΙΑ
Λίγο πριν τον ρίξουν δεμένο χειροπόδαρα στα βαθιά της θάλασσας, ο επίσκοπος Θεαγένης ζήτησε λίγο χρόνο για να προσευχηθεί στραμμένος προς την ανατολή. Καθώς ύψωνε τα χέρια του, ένα ασυνήθιστο φως τον περιέλουσε, και οι ναύτες μαζί με κάποιους στρατιώτες πίστεψαν αμέσως στον Χριστό. Ο άγιος ήταν επίσκοπος της Παρίου, μιας μικρής αλλά σημαντικής πόλης της Μικράς Ασίας, ανάμεσα στην Κύζικο και τη Λάμψακο. Την είχαν χτίσει παλιότερα κάτοικοι του νησιού της Πάρου και από εκείνους πήρε και το όνομά της.
Στις αρχές του τέταρτου αιώνα, όταν συμβασίλευε με τον Μέγα Κωνσταντίνο ο Λικίνιος, ξέσπασε νέος διωγμός εναντίον των χριστιανών. Στρατιώτες συνέλαβαν τον Θεαγένη μέσα στη Φρυγία και τον οδήγησαν μπροστά στον τριβούνο Ζηλικίνθιο. Εκείνος απαίτησε από τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιερωσύνη, να αρνηθεί τον Χριστό και να καταταγεί στον αυτοκρατορικό στρατό. Ο άγιος όμως στάθηκε ακλόνητος και ομολόγησε με παρρησία τον Χριστό ως αληθινό Θεό. Η άρνησή του εξόργισε τον τριβούνο, που διέταξε να αρχίσουν αμέσως τα φρικτά βασανιστήρια εναντίον του γέροντα ιεράρχη της Παρίου.
Οι δήμιοι κρέμασαν τον επίσκοπο πάνω σε τέσσερις πασσάλους και τον χτυπούσαν ανελέητα με χοντρά ραβδιά για πολλή ώρα. Ο Θεαγένης υπέμενε με θαυμαστή ανδρεία τους πόνους, χωρίς να βγάλει ούτε ένα παράπονο από τα χείλη του. Μέσα στα μαρτύρια προφήτευσε με δύναμη στον οπτίωνα και στον τριβούνο ότι θα τους σύντριβαν σύντομα τα σκέλη τους. Προφήτευσε επίσης ότι ο ίδιος ο αυτοκράτορας Λικίνιος επρόκειτο να συντριβεί παταγωδώς από τον Θεό. Ύστερα από τα ραβδίσματα, οι στρατιώτες έσυραν τον άγιο σε σκοτεινή φυλακή και τον άφησαν χωρίς καμία φροντίδα.
Εκεί ο Θεαγένης αρνήθηκε με αυστηρότητα κάθε τροφή, παραδομένος ολόκληρος στην προσευχή και στη νηστεία. Όταν έφτασαν τα νέα στον Λικίνιο, εκείνος έδωσε αμέσως την πιο σκληρή διαταγή. Πρόσταξε να δέσουν τον επίσκοπο και να τον ρίξουν στα βαθιά νερά της θάλασσας. Οι στρατιώτες παρέλαβαν τον δέσμιο ιεράρχη και τον οδήγησαν προς την ακτή για να εκτελέσουν την απάνθρωπη απόφαση. Ο άγιος βάδιζε ήρεμος προς τον θάνατο, σαν να πορευόταν προς γιορτή και όχι προς πνιγμό.
Ο πιστός λαός παρακολουθούσε από μακριά με δάκρυα τον ποιμένα του να οδηγείται στο μαρτύριο. Φτάνοντας στην παραλία, ο Θεαγένης παρακάλεσε τους δημίους να του παραχωρήσουν λίγη ώρα για την τελευταία του προσευχή. Στράφηκε με ευλάβεια προς την ανατολή, ύψωσε ψηλά τα χέρια του και έμεινε σε ικεσία για τρεις ολόκληρες ώρες. Την ώρα εκείνη ένα φως ουράνιο, ασυνήθιστο και υπερκόσμιο, κατέβηκε από ψηλά και περιέβαλε ολόκληρο το σώμα του μάρτυρα. Οι ναύτες του πλοίου και αρκετοί στρατιώτες έμειναν άναυδοι μπροστά στο θαύμα και πίστεψαν αμέσως στον Χριστό.
Άλλοι όμως, σκληροί και άσπλαχνοι, έσπευσαν να εκτελέσουν την προσταγή του αυτοκράτορα. Άρπαξαν τον επίσκοπο, τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον γκρέμισαν στα βαθιά νερά της θάλασσας. Έτσι, γύρω στο έτος τριακόσια είκοσι, ο ιερομάρτυς Θεαγένης παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο. Δέχτηκε από τα χέρια του Χριστού το αμάραντο στεφάνι της αιώνιας δόξας και της ουράνιας βασιλείας. Αργότερα οι χριστιανοί της Παρίου ανέσυραν με κόπο το τίμιο λείψανό του από τη θάλασσα. Το έθαψαν με τιμή κοντά στα τείχη της πόλης και στον τόπο εκείνο πραγματοποιήθηκαν αμέτρητα θαύματα και θεραπείες από κάθε λογής ασθένειες.